Μόλις ο Πύρρος πληροφορήθηκε ότι ο Πόπλιος Βαλέριος κινείται εναντίον του, καταστρέφοντας και λεηλατώντας την ύπαιθρο, «δεινόν…ποιούμενος ανασχέσθαι και περιειδείν τους πολεμίους εγγυτέρω προϊόντος» (επειδή θεώρησε φοβερό να ανεχτεί τους εχθρούς να πλησιάζουν), αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει μόνο με τους Ηπειρώτες και τους Ταραντίνους.
Έτσι, στρατοπέδευσε στην αριστερή όχθη του Σίρι μεταξύ Πανδοσία και Ηράκλειας.
Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι έγινε μια προσπάθεια συμβιβασμού με τον Πόπλιο Βαλέριο, όμως αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό.
Η Πανδοσία στην Λουκανία ήταν αρχαία ελληνική πόλη που βρίσκονταν στη Μεγάλη Ελλάδα.
Ήταν αποικία του Κρότωνος ή εξάρτημα της πόλης αυτής κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν τα νομίσματα που βρέθηκαν.
Φαίνεται ότι βρίσκονταν επάνω σε ύψωμα κάτω από το οποίο έτρεχε ο μικρός ποταμός Αχέρων, παραπόταμος του Κράθιδος.
Τα αρχαιότερα νομίσματα της πόλης αυτής κόπηκαν επί συμμαχίας με την Κρότωνα και χρονολογούνται από του 450 π.Χ.
Παρουσιάζουν το κεφάλι θεάς ή της νύμφης Πανδοσίας, ενώ η πίσω όψη εικονίζει ταύρο σε τετράγωνο, ή προσωπογραφία του ποταμού Κράθι, γυμνό, να κρατάει φιάλη και κλαδί ελιάς.
Λίγο μετά το 400 π.Χ. η Πανδοσία αλώθηκε από τους Βρεττίους.
Κοντά στη πόλη αυτή έχασε τη ζωή του το 326 π.Χ. ο Αλέξανδρος Μολισσός.
Το έτος 204 π.Χ. η Πανδοσία μνημονεύεται πάλι ως πόλη των Βρεττίων, αλλά δεν υπάρχουν νομίσματα από την εποχή αυτή μετά την πρώτη άλωση από τους Βρεττίους.
Η Μάχη της Ηράκλειας.
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ
(Ιούλιος του 280 π.Χ.)
Αν και δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τις δυνάμεις των δύο αντιπάλων, φαίνεται ότι οι Έλληνες διέθεταν γύρω στους 30.000 άνδρες (3.000 από τους οποίους ήταν ιππείς) και 20 ελέφαντες, ενώ οι Ρωμαίοι 35.000 – 40.000 άνδρες, από τους οποίους 4.000 ιππείς και 8.000 ψιλούς (γροσφομάχους), κατανεμημένους εξίσου στις 4 λεγεώνες.
Πριν τη μάχη, ο Πύρρος κατόπτευσε το ρωμαϊκό στρατόπεδο και εντυπωσιάστηκε.
Έτσι, όπως γράφει ο Πλούταρχος, είπε στον στρατηγό του Μεγακλή : «…αυτή η τάξη των βαρβάρων δεν είναι βαρβαρική, να δούμε όμως τα έργα τους».
Βλέποντας την αριθμητική υπεροχή των Ρωμαίων, προτίμησε να κρατήσει αμυντική στάση αναμένοντας ενισχύσεις.
Αντίθετα, ο Πόπλιος Βαλέριος βιαζόταν να αναμετρηθεί μαζί του.
Ο Πύρρος επέλεξε μια μικρή παραλιακή πεδιάδα για να δώσει τη μάχη.
Εκεί, μπορούσε να αναπτύξει τη φάλαγγά του και να κινήσει το ιππικό και τους ελέφαντές του.
Κρατώντας τον κύριο όγκο του στρατεύματός του σε κάποια απόσταση από τον Σίρι, παρέταξε στις όχθες του μόνο μια μικρή προφυλακή.
Σκόπευε να παρενοχλήσει και να καταπονήσει τους Ρωμαίους και όχι να τους εμποδίσει να περάσουν τον Σίρι.
Ο Πόπλιος Βαλέριος, αφού απέτυχε την πρώτη φορά να διασχίσει τον Σίρι, διέταξε το ιππικό του να προχωρήσει κατά μήκος του ποταμού και περνώντας από μια διάβαση (πόρο) να πλήξει από τα νώτα την εμπροσθοφυλακή του Πύρρου.
Το σχέδιο πέτυχε και, ενώ οι Έλληνες, για να αποφύγουν την περικύκλωση, υποχωρούσαν προς τον κύριο όγκο του στρατεύματός τους, το ρωμαϊκό πεζικό άρχισε να διασχίζει ανενόχλητο τον Σίρι.
Έτσι, οι δύο παρατάξεις ήλθαν σε μετωπική σύγκρουση.
Ο Ρωμαίος ύπατος είχε παρατάξει στο κέντρο της παράταξης τους βαριά οπλισμένους λεγεωνάριους (δεξιά τους Ρωμαίους πολίτες και αριστερά τους συμμάχους Ιταλούς), πλαισιωμένους από ελαφρά οπλισμένους άνδρες.
Στα δύο άκρα είχε τοποθετήσει δεξιά τους Ρωμαίους ιππείς και αριστερά τους πολυπληθέστερους Ιταλούς συμμάχους.
Ο Πύρρος, στο αριστερό τμήμα της παράταξής του, παρέταξε τους Κρήτες τοξότες, ενώ στο δεξιό τμήμα ολόκληρο το δικό του ιππικό.
Στο κέντρο βρισκόταν η μακεδονικού τύπου φάλαγγα, πλαισιωμένη από ελαφρά οπλισμένους πεζούς.
Ως εφεδρεία, κράτησε τους 20 ελέφαντες.
Η μάχη ξεκίνησε με την επίθεση των 1.000 βαριά οπλισμένων Θεσσαλών ιππέων του Πύρρου, επικεφαλής των οποίων ήταν ο ίδιος, εναντίον των 5.000 περίπου Ιταλών.
Στη μάχη μπήκαν και οι υπόλοιποι 2.000 Έλληνες ιππείς, προκαλώντας πανικό στους Ρωμαίους.
Σε κάποια στιγμή της μάχης, ένας Ιταλός απείλησε τον Πύρρο, που σώθηκε χάρη στην έγκαιρη επέμβαση του σωματοφύλακά του, Λεοννάτου.
Έπειτα από αυτό, για να μη γίνεται ο ίδιος στόχος, ο Πύρρος έβγαλε την πανοπλία του, την οποία φόρεσε ο στρατηγός Μεγακλής, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη.
Μετά το γεγονός αυτό, προκλήθηκε κάποια σύγχυση μεταξύ των Ελλήνων.
Τότε ο Πύρρος αποφάσισε να πολεμήσει χωρίς πανοπλία, για να τονώσει το ηθικό των πολεμιστών του.
Οι φαλαγγίτες του Πύρρου, με τις μακριές σάρισές τους (6 μέτρα λέγεται ότι ήταν το μήκος τους) έφεραν σε δύσκολη θέση τους λεγεωνάριους, που άρχισαν να υποχωρούν.
Ο Πόπλιος Βαλέριος, όμως, κατάφερε να τους συγκρατήσει και να τους οδηγήσει σε ορμητική αντεπίθεση, η οποία σύμφωνα με τον Πλούταρχο επαναλήφθηκε 7 φορές!
Μόλις ο Πύρρος είδε και την τελευταία εχθρική αντεπίθεση να αποκρούεται, διέταξε την επέλαση των ελεφάντων.
Οι Ρωμαίοι, που για πρώτη φορά έβλεπαν ελέφαντες, ταράχτηκαν και σκόρπισαν, ενώ τα άλογα άρχισαν να αφηνιάζουν και έτσι οι ιππείς υποχώρησαν πανικόβλητοι.
Η επέλαση του θεσσαλικού ιππικού που διέταξε ο Πύρρος εναντίον του πεζικού των αντιπάλων, προκάλεσε πανωλεθρία στους Ρωμαίους.
Όπως γράφει ο Ιερώνυμος, οι Ρωμαίοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 7.000 νεκρούς και ο Πύρρος συνέλαβε περίπου 2.000 αιχμάλωτους και κυρίευσε το στρατόπεδο που οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν κατά την άτακτη φυγή τους προς την Ουενουσία.
Ο Πύρρος έχασε περίπου 4.000 (ή 3000) άνδρες, κάτι που είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες, καθώς ήταν σχεδόν αδύνατο να αντικαταστήσει τους εμπειροπόλεμους Ηπειρώτες και Μακεδόνες αξιωματικούς και στρατιώτες του, που σκοτώθηκαν στη μάχη.
Σε ένα δείγμα μεγαλοψυχίας, ο Ηπειρώτης βασιλιάς φρόντισε να ταφούν οι νεκροί Ρωμαίοι και συμπεριφέρθηκε με φιλανθρωπία προς τους αιχμαλώτους, που θεωρούσε ότι αποτελούσαν πολύτιμο κεφάλαιο σε ενδεχόμενες διαπραγματεύσεις.
ΤΑ ΕΠΙΝΙΚΙΑ – ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ
Ο Πύρρος «ηδόμενος και μέγα φρονών ότι μόνοις τοις μετ’ αυτού και Ταραντίνοις εκράτησε της μεγάλης των Ρωμαίων δυνάμεως» («ευχαριστημένος και υπερήφανος επειδή μόνο με τους δικούς του άνδρες και τους Ταραντίνους επικράτησε στη μεγάλη δύναμη των Ρωμαίων»), πρόσφερε πλούσια αναθήματα στη Δωδώνη, μεταξύ των οποίων ένα αφιέρωμα στον Δία (της Δωδώνης), η αναθηματική επιγραφή του οποίου σώζεται σήμερα στο Μουσείο του Βερολίνου.
Οι σύμμαχοί του Ιταλιώτες, γιόρτασαν τη νίκη με την κοπή αναμνηστικών νομισμάτων και την αφιέρωση πελώριου αγάλματος της Νίκης, που φιλοτέχνησε ο μαθητής του Λυσίππου, Ευτυχίδης ο Σικυώνιος.
Η νίκη του Πύρρου διαδόθηκε γρήγορα και πολλές ελληνικές και ιταλικές πόλεις (Κρότων, Επιζεφύριοι, Λοκροί κ.ά.), ακόμα κι αν είχαν ρωμαϊκή φρουρά, τάχθηκαν με τον Πύρρο, ο οποίος βρέθηκε να κυριαρχεί σε όλη τη νότια Ιταλία.
Ο Ηπειρώτης βασιλιάς προσπάθησε να πείσει τους Ρωμαίους να συνθηκολογήσουν, χωρίς όμως να το καταφέρει.
Μετά την αρνητική αυτή εξέλιξη, ο φιλόσοφος και πολιτκός Κινέας, που ακολουθούσε τον Πύρρο, του είπε τα εξής προφητικά λόγια : «Πολεμούμε μια Λερναία Ύδρα…».
Ο πόλεμος συνεχίστηκε, χωρίς οι Έλληνες να καταφέρουν να καταλάβουν την Καπύη ή τη Νεάπολη.
Έφτασαν σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από τη Ρώμη, την οποία προστάτευαν ισχυρές δυνάμεις, και επέστρεψαν στον Τάραντα.
Οι Ρωμαίοι ανασυντάχθηκαν και τον επόμενο χρόνο (279 π.Χ.) προσπάθησαν να πάρουν εκδίκηση για την ήττα τους, στη μάχη του Άσκλου.
Ο Πύρρος όμως είχε διαφορετική άποψη…
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ
Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου – Η άνοδός του στο θρόνο της Ηπείρου – Τα όρια του βασιλείου του στην Ελλάδα
Οι Μολοσσοί ήταν ελληνικό φύλο που κατοικούσε στην Ήπειρο.
Ο Πύρρος ήταν γιος του Αιακίδη και της Φθίας.
Η γιαγιά του, Τρωάδα, ήταν συγγενής της μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδας. Γεννήθηκε το 318 π.Χ.
Όταν ο πατέρας του, Αιακίδης, που ήταν βασιλιάς, εκθρονίστηκε, ο Πύρρος ήταν πολύ μικρός (2 ετών σύμφωνα με μία εκδοχή).Φίλοι του Αιακίδη τον φυγάδευσαν στην Αυλή του βασιλιά των Ταυλαντίνων στην Ιλλυρία, Γλαυκία, όπου και μεγάλωσε.
Με τη βοήθεια του Γλαυκία αποκαταστάθηκε στον θρόνο το 307/306 π.Χ., ωστόσο το 302 π.Χ. διώχθηκε ξανά από το θρόνο και κατέφυγε στον Δημήτριο τον Πολιορκητή, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του, Δηιδάμεια.
Πήρε μέρος στη μάχη της Ιψού το 301 π.Χ. (τη λεγόμενη «μάχη των διαδόχων» του Μεγάλου Αλεξάνδρου), στο πλευρό του γαμπρού του και στάλθηκε στην Αυλή του Πτολεμαίου Α’ Σωτήρος στην Αλεξάνδρεια, ως όμηρος.
Σύντομα όμως έγινε φίλος με τον Πτολεμαίο, ο οποίος του έδωσε για σύζυγο την κόρη του, Αντιγόνη, και τον βοήθησε να επανέλθει στον θρόνο του το 297 π.Χ.
Ο Πύρρος έγινε αρχικά συμβασιλέας του ξαδέλφου του, Νεοπτόλεμου Β’, τον οποίο ένα τμήμα του στρατού του Αιακίδη είχε ανεβάσει στον θρόνο.
Λίγο αργότερα, ο Πύρρος σκότωσε το Νεοπτόλεμο και έμεινε μόνος του βασιλιάς.
Το 295 π.Χ., ο Πύρρος παντρεύτηκε την κόρη του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλή Λάνασσα, καθώς η πρώτη σύζυγός του, Αντιγόνη, πέθανε.
Παράλληλα, πήρε ως γαμήλιο δώρο την Κέρκυρα και τη Λευκάδα.
Το 294 π.Χ. επωφελήθηκε από τη σύγκρουση του Αλεξάνδρου Α’ με τον αδελφό του, Αντίπατρο, για τον μακεδονικό θρόνο.
Πήρε το μέρος του πρώτου και κέρδισε τις παραμεθόριες περιοχές της Παραναίας και της Τυμφαίας, την Αμβρακία, την Αμφιλοχία και την Ακαρνανία.
Το 288 π.Χ. συνασπίστηκε με τον Λυσίμαχο εναντίον του Δημητρίου του Πολιορκητή και εισέβαλαν στη Μακεδονία.
Μετά τη νίκη τους, μοίρασαν το μακεδονικό κράτος.
Ο Πύρρος πήρε τη Θεσσαλία και το δυτικό τμήμα του κράτους του Δημητρίου και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Μολοσσών και των Μακεδόνων.
Στη συνέχεια, προσπάθησε να επεκτείνει το κράτος του και προς το νότο.
Για τον σκοπό αυτό, συμμάχησε με τον Αντίγονο Γονατά. Αυτό, όμως, είχε σαν αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τον αντίπαλο του Αντίγονου και πρώην σύμμαχό του, Λυσίμαχο, ο οποίος το 284 π.Χ. έχοντας με το μέρος του τον μακεδονικό στρατό, πήρε πίσω τα μακεδονικά και θεσσαλικά εδάφη.
Ωστόσο, το βασίλειο του Πύρρου εκτεινόταν από την Επίδαμνο (κοντά στο σημερινό Δυρράχιο) ως τον Κορινθιακό Κόλπο.
Τα ιερά της Ηπείρου
Μια από τις πιο λαμπρές περιόδους της Ιστορίας της Ηπείρου και ειδικότερα του ιερού της Δωδώνης ήταν το πρώτο μισό του τρίτου αιώνα π.Χ.
Στο χρονικό διάστημα αυτό έβαλε την σφραγίδα του ο Πύρρος.
Τα ηπειρωτικά φύλλα που έως την περίοδο αυτή ήταν στην περιφέρεια του Ελληνικού ,ελλαδικού κόσμου, εγκατέλειψαν την μακρόχρονη τους απομόνωση και φιλοδοξία τους ήταν να αναμιχθούν ενεργά στις υποθέσεις των Ελληνικών πραγμάτων .
Καθοδηγητής και μοχλός της προσπάθειας αυτής ήταν ο Πύρρος, βασιλιάς των Μολοσσών, του σημαντικότερου ίσως φύλλου των Ηπειρωτών.
Στις προηγούμενες αναλύσεις μας είδαμε τον Πύρρο να εισβάλει στην υπόλοιπη Ελλάδα, να γίνεται ρυθμιστής των Ελληνικών πραγμάτων, να συγκρούεται με τους Ρωμαίους και να τους νικά στην Ιταλία.
Παράλληλα αναπτύχθηκε μια εκτεταμένη δραστηριότητα στον καλλωπισμό των πόλεων της Ηπείρου και την ανοικοδόμησή τους.
Ιδιαίτερα το Ιερό Μαντείο της Δωδώνης, αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε όχι μόνο σε θρησκευτικό και μαντικό κέντρο, αλλά και σε κέντρο διοικητικό και βάση της διευρυμένης πολιτικής κοινοπραξίας της «Ηπειρωτικής Συμμαχίας».
Την εποχή αυτή έγινε εξωραϊσμός του ιερού κέντρου και ο ναός του Δία, κατασκευάσθηκαν νέοι ναοί και ιδρύθηκαν νέα μνημειακά κτίρια που εξυπηρετούσαν πολιτικούς και πολιτιστικούς σκοπούς.
Τέτοια ήταν το Βουλευτήριο, το Πρυτανείο και το Θέατρο.
Με τις προσθήκες αυτές, ο χώρος του ιερού γέμισε κτίρια, αλλάζοντας τελείως το αρχέγονο τοπίο του δάσους, χωρίς όμως να παραμορφωθεί ο προσανατολισμός του χώρου που ατένιζε την κοιλάδα μέσω της οποίας εισέρχονταν οι προσκυνητές από την κεντρική και νότιο Ελλάδα.
Η μαντική φηγός (Βαλανιδιά) είχε δεσπόζουσα θέση στην ανατολική πλευρά της υπαίθριας αυλής του ιερού πλάι στο ναό που ήταν αφιερωμένος στο Δία, ενώ περιβάλλονταν από τους υπόλοιπους ναούς που σχημάτιζαν γύρω- γύρο, ημικύκλιο με αμφιθεατρική ανάπτυξη, ενώ το Θέατρο λίγο πιο πάνω προκαλούσε δέος στον εισερχόμενο προσκυνητή.
Εντός του ναού του Διός υπήρχε…μια φηγός (βελανιδιά) όπου οι ιερείς έδιδαν χρησμούς σύμφωνα
με το θρόισμα που προκαλούσαν ο άνεμος και τα πτηνά στα φύλλα του. Η φηγός κόπηκε από
μισαλλόδοξους ανθρώπους το 391 μ.Χ., ενώ σήμερα, είναι πιθανόν, η βελανιδιά που βρίσκεται
στη θέση της να είναι η βιολογική συνέχεια της Ιεράς Φηγούς της αρχαιότητας.
Η υπόθεση αυτή αρκεί για να προσφέρει ρίγος σε όποιον ευαίσθητο άνθρωπο την αντικρίσει.
Ο Πύρρος πρωταρχικό μέλημα ήταν η αναγέννηση και η αναβάθμιση του ναού του Δία, ο οποίος αποκτά μνημειακό χαρακτήρα.
Ο Παυσανίας, ιστορικός της εποχής, αναφέρει ότι ο Πύρρος υλοποίησε την επιθυμία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε υποσχεθεί, ως «Ηπειρώτης τρων Αιακιδών» την διάθεση υπέρογκου ποσού για τον εξωραϊσμό της Δωδώνης.
Ο περίβολος του ναού, που είχε οικοδομηθεί από την Ολυμπιάδα, μητέρα του Αλέξανδρου, όταν βρίσκονταν στην Ήπειρο τον 4ο αιώνα, αντικαταστάθηκε με άλλον πιο ευρύχωρο, διακοσμημένο στο εσωτερικό του με ιωνικές κιονοστοιχίες σε σχήμα Π .
Παράλληλα αναμορφώθηκε ο ναός και απέκτησε πέτρινη σκεπή, κατά τις οικοδομικές συνήθειες της περιοχής.
Στους κίονες των στοών ο Πύρρος ανάρτησε τις ρωμαϊκές ασπίδες που ήταν λάφυρα από τις μάχες του στην Ιταλία και από την νίκη του στην Ηράκλεια το 280 π.Χ. με αφιερωματικές επιγραφές: « Βασιλεύς Πύρρος και Ηπειρώται και Ταραντίνοι από Ρωμαίων και των συμμάχων», καθώς και Μακεδονικές ασπίδες λάφυρα του πολέμου και της νίκης του εναντίον του Αντιγόνου στα στενά του Αώου.
Με αυτόν τον τρόπο ο Πύρρος, όχι μόνο εξέφραζε όχι μόνο την ευγνωμοσύνη του προς το Μαντείο της Δωδώνης, προς το οποίο είχε απευθυνθεί πριν εκστρατεύσει στην Ιταλία και είχε πάρει ευνοϊκή απάντηση, αλλά και υπενθύμιζε την εναντίον της Δύσης προσπάθεια του, αφού πριν από αυτόν είχε προσπαθήσει χωρίς επιτυχία ο θείος του Αλέξανδρος Α΄ ο Μολοσσός.
Ο Αλέξανδρος Α΄ (370 π.Χ. – 331 π.Χ., γνωστός και ως Αλέξανδρος ο Μολοσσός, ήταν βασιλιάς της Ηπείρου (350 π.Χ.-331 π.Χ.) από τη δυναστεία των Αιακιδών. Προερχόταν από τη φυλή των Μολοσσών.
Ως γιος του Νεοπτόλεμου Β´[2] και αδελφός της Ολυμπιάδας, ήταν θείος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν επίσης θείος του Πύρρου της Ηπείρου.
Έμεινε γνωστός στην ιστορία για την εισβολή που πραγματοποίησε στην ιταλική χερσόννησο το 334 π.Χ.Κύρια πηγή για τη δράση του είναι ο ιστορικός Τίτος Λίβιος.
Η ανατολική πλευρά του ιερού χώρου ήταν ελεύθερη από κτίσματα, αφού εκεί υπήρχε η «υψίκορμος» βαλανιδιά η κατοικία του Δωδωναίου Δία, ο οποίος κατά την έκφραση του Ησιόδου « ναίει δ’ εν πυθμένι φηγού».
Ταυτόχρονα με την αναμόρφωση του ναού του Δία ιδρύονται οι ναοί της Αφροδίτης και του Ηρακλή που πλαισιώνουν το τόξο με επίκεντρο το ναό του Δία.
Ο ναός του Ηρακλή ήταν ο μοναδικός δωρικός ναός στη Δωδώνη με σηκό και τετράστυλο ή εξάστυλο πρόναο.
Με το ναό συνδέεται ένα ανάγλυφο από ασβεστόλιθο με παράσταση του αγώνα του Ηρακλή με την υποστήριξη του Ιόλαου εναντίον της Λερναίας Ύδρας.
Η μοναδική για τα αρχαιολογικά δεδομένα της Δωδώνης ανάγλυφη παράσταση από τους άθλους του Ηρακλή μοιραία οδηγεί στην εποχή της Βασιλείας του Πύρρου και στην σύνδεσή του με τον Ηρακλή, τον ήρωα που λάτρευε, αλλά και είχε και προγονικές ρίζες μ’ αυτόν.
Χάριν της ιστορικής αλήθειας παραθέτουμε την πληροφορία σύμφωνα με την οποία ο Μολοσσικός οίκος των Αιακιδών, μετά τον γάμο της Ολυμπιάδος με τον Φίλιππο της Μακεδονίας, πατέρα του Μ. Αλεξάνδρου, είχε συνδεθεί με επιγαμία με τον Μακεδονικό οίκο των Αργεαδών, οι οποίοι θεωρούσαν εαυτούς ως απογόνους του Ηρακλή.
Ο Πύρρος ενίσχυσε αυτούς τους γενεαλογικούς δεσμούς με τον δεύτερο γάμο του με την κόρη του Αγαθοκλή, τυράννου των Συρακουσών, ο οποίος επίσης καταγόταν από τον Ηρακλή.
Αριστερά: Κεφαλή Δωδωναίου Διός με την αναγραφή “ΑΡΓΕΑΔΗΣ” /
Δεξιά: κεφαλή της Αρτέμιδος με την αναγραφή “ΜΕΝΕΔΗΜΟΣ ΙΕΡΕΥΣ”.
Οι ιστορικοί της εποχής παραλληλίζουν τη Ρώμη μετά την μάχη της Ηράκλειας εναντίον του Πύρρου και τη νίκη του, προς την Λερναία Ύδρα.
Θεωρείται συνεπώς πιθανό η αναπαράσταση στο ανάγλυφο της Δωδώνης που αναπαριστά τον Ηρακλή εναντίον της Λερναίας Ύδρας, να υπονοεί τον Πύρρο (Ηρακλή) εναντίον της Ρώμης (Λερναία Ύδρα).
Ο Πύρρος επίσης συνδέεται και με την λατρεία της Αινειάδας Αφροδίτης, την οποία εισήγαγε από τον Έγεστα της Σικελίας.
Σ’ αυτόν πρέπει να οφείλεται η ίδρυση του απλού δίστηλου ναΐσκου, με πρόναο και σηκό, που βρίσκονταν στο δυτικό άκρο της τοποθέτησης των λατρευτικών κτιρίων.
Ο ναός αυτός έχει αποδοθεί στη λατρεία της Αφροδίτης με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, τη χρονολόγηση του κτιρίου στα τέλη του 4ου και κατά μια άποψη στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και τη σύνδεση του Πύρρου με την λατρεία της Αινειάδας Αφροδίτης.
Τα μεγαλόπνοα σχέδια του Αιακίδη Βασιλιά στη Δωδώνη δεν περιορίσθηκαν στον εξωραϊσμό του τεμένους του Δία και στους νεωτερισμούς της λατρείας που εισήγαγε.
Το ιερό της Δωδώνης στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. διευρύνθηκε με δυο σημαντικά μνημειακά κτίρια πολιτικού χαρακτήρα. Πρόκειται για το Πρυτανείο, ένα από τα ελάχιστα που έχουν αποκαλυφθεί έως τώρα και το Βουλευτήριο.
Το Πρυτανείο βρίσκονταν νοτιοδυτικά του ιερού και αποτελούνταν από μια αίθουσα τετράγωνη με εστία στο κέντρο και μια περίστυλη αυλή με ιωνική στοά.
Το Βουλευτήριο απέναντι από το Πρυτανείο στη νότια πλευρά του λόφου, ανατολικά του θεάτρου , αποτελείται από μια μνημειακή αίθουσα με εμβαδόν 1.260 τ.μ. και μια δωρική στοά στην πρόσοψη.
Παρ’ όλο που η ανασκαφή κινείται σε ρυθμούς αργούς, θεωρείται βέβαιο, ότι οι σύνεδροι κάθονταν στην ανωφερή θεατρική διαμόρφωση της αίθουσας, ενώ χαμηλά στην επίπεδη πλευρά, θα βρίσκονταν η έδρα των ομιλητών και η κάλπη από λαξευμένη πέτρα για την ψηφοφορία.
Το Πρυτανείο εκπροσωπούσε την διοίκηση του εκτελεστικού σώματος και αποτελούνταν από εκπροσώπους των Ηπειρωτικών φύλλων, οι οποίοι επόπτευαν την εκτέλεση των νόμων και των ψηφισμάτων.
Στο Βουλευτήριο συνέρχονταν οι εκπρόσωποι της Συμμαχίας των Ηπειρωτών και αργότερα του Κοινού των Ηπειρωτών και έπαιρναν αποφάσεις θεσπίζοντας νόμους και ψηφίσματα, μερικά από τα οποία βρέθηκαν χαραγμένα σε βάθρα μπροστά από τη ανατολική πλευρά του Βουλευτηρίου και μπροστά από την ιωνική στοά του Πρυτανείου.
Βουλευτήριο.
Και τα δυο σώματα Βουλευτικό και Εκτελεστικό είχαν την έδρα τους μέσα στο χώρο του Πανηπειρωτικού ιερού, γεγονός που αποδεικνύει ότι η Δωδώνη, παράλληλα με τον θρησκευτικό της χαρακτήρα, διαδραμάτισε την εποχή αυτή σημαντικό πολιτικό ρόλο ως διοικητικό κέντρο της Ηπείρου.
Ατυχώς για την εποχή αυτή, που ήταν η ενδοξότερη περίοδος της Ηπείρου, είναι πενιχρές οι σχετικές φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες μέσω των οποίων θα μπορούσε να τεκμηριωθεί η σύνδεση της κατασκευής των δυο κτιρίων με τον Πύρρο.
Ωστόσο η υπόθεση αυτή θα ήταν ιδιαίτερα δελεαστική αν αναλογισθεί κανείς το φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα του Πύρρου και παράλληλα να ληφθεί υπ’ όψη η αναγκαιότητα ίδρυσης κτιρίων πολιτικού χαρακτήρα εξαιτίας των αναγκών της διευρυμένης την εποχή αυτή Ηπειρωτικής Συμμαχίας.
Η κατασκευή του τεράστιου Βουλευτηρίου και του Πρυτανείου μάλλον συμπίπτει με την μεταφορά από τον Πύρρο της Πρωτεύουσας από τον Πασσαρώνα, για τον οποίο θα ασχοληθούμε εκτενέστερα, που ήταν έως τότε η Πρωτεύουσα των Μολοσσών στη Δωδώνη.
Στα πλαίσια βεβαίως του προσανατολισμού του Πύρρου και της σύνδεσής του με την Ελληνική Παιδεία, εντάσσεται και το Αρχαίο Θέατρο της Δωδώνης που κατασκευάσθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα.
Πρόκειται ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Ελλάδος με χωρητικότητα 17.000 θεατών και φυσικά η κατασκευή του είναι μνημειακή.
Το θέατρο είναι κατασκευασμένο έξω από τον περίβολο του ιερού και ο προσανατολισμός του είναι νότια προς την κοιλάδα.
Το σχέδιο του οικοδομήματος ήταν απλό.
Αποτελούνταν από το κοίλον με 55 σειρές εδωλίων την κυκλική ορχήστρα και την σκηνή με τα τετράγωνα παρασκήνια και με την δωρική στοά στην πρόσοψη.
Έξι δυνατοί πύργοι ενίσχυαν την κατασκευή, ενώ παράλληλα αποκτούσαν πλαστικότητα οι μονότονες επιφάνειες.
Έτσι ο αρχαίος προσκυνητής, που έφθανε από τον Νότο, εντυπωσιαζόταν από το θέαμα του λαμπρού αυτού οικοδομήματος του θεάτρου το οποίο ήταν το μεγαλοπρεπέστερο και εμφανέστερο μνημείο του ιερού.
Επομένως με τη μνημειακή κατασκευή του Θεάτρου εξυπηρετούνταν όχι μόνο οι πνευματικές ευαισθησίες του Πύρρου, αλλά με τον καλύτερο τρόπο και οι επιδιώξεις του ηγεμόνα για επίδειξη και πανελλήνια προβολή, αλλά και οι επιθυμίες του βασιλιά για λαμπρές τελετές και πολυάνθρωπες συγκεντρώσεις στις οποίες ο ίδιος θα είχε την προεξάρχουσα θέση, σε σκηνικό ενός μεγαλειώδους και εντυπωσιακού σε όγκο και πολυτέλεια πλαισίου.
Στο θέατρο λοιπόν αυτό ο Πύρρος ανανέωσε την γιορτή των Ναϊων, κατά τη διάρκεια των οποίων γίνονταν με λαμπρότητα δραματικοί, μουσικοί και γυμνικοί αγώνες και αρματοδρομίες.
Επομένως στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. το Ιερό της Δωδώνης εξομοιώθηκε πλέον αρχιτεκτονικά με τα μεγάλα Πανελλήνια Ιερά τα οποία είχαν ακολουθήσει την ίδια εξέλιξη αλλά πολύ ενωρίτερα από την Δωδώνη.
Βέβαια η εφαρμογή και υλοποίηση ενός τόσο εκτεταμένου οικοδομικού προγράμματος στο ιερό της Δωδώνης, μαρτυρούσε περίοδο ακμής οικονομικής και πολιτιστικής.
Δεν πρέπει να παραλείψουμε την παράλληλη με την θρησκευτική και πολιτιστική ανύψωση επιδίωξη του Πύρρου για Πανελλήνια αναγνώριση, καθώς επιθυμούσε να επιβάλλει στο Πανελλήνιο την άποψη ότι ήταν συνεχιστής του έργου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Πασσαρώνα : Η Πρωτεύουσα των Μολοσσών
Λίγοι, μάλλον, έχουν ξανακούσει αυτή τη λέξη. Εκτός από τους ειδικούς και τους ιστορικούς, ο απλός λαός αγνοεί την Πασσαρώνα, απλούστατα γιατί δεν διδάσκεται η ιστορία της Ηπείρου, εκτός από λίγες σελίδες που αναφέρονται στον Πύρρο.
Η αρχαία Πασσαρώνα – Ο οχυρωμένος οικισμός – ακρόπολη Μεγάλου Γαρδικίου αποτελεί τη βορειότερη από τις τρεις ακροπόλεις που φύλασσαν το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων κατά την αρχαιότητα.
Η θέση της ακρόπολης στην κορυφή του ψηλού κωνικού λόφου ”Καστρί” είναι στρατηγική, καθώς βρίσκεται στην πορεία ενός από τους κύριους οδικούς άξονες της αρχαίας Ηπείρου και ήλεγχε την είσοδο στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων από βορρά και δυτικά.
Συγχρόνως επόπτευε απρόσκοπτα το κεντρικό τμήμα της πεδιάδας των Ιωαννίνων.
Η ακρόπολη του Μεγάλου Γαρδικίου διασφάλιζε την άμυνα και προστασία των πολυάριθμων ατείχιστων οικισμών της γύρω περιοχής, ενώ δεν αποκλείεται να αποτελούσε και το διοικητικό τους κέντρο.
Η ίδρυση της ακρόπολης τοποθετείται στο α΄ μισό του 3ου αι. π.Χ. και πιθανόν συνδέεται με το βασιλέα Πύρρο.
Η ακμή του πολίσματος ωστόσο τοποθετείται προς το τέλος του 3ου αι. π.Χ., την περίοδο που η Ήπειρος ήταν διοικητικά οργανωμένη στο Κοινό των Ηπειρωτών (234/32 -168 π.Χ.).
Ποια λοιπόν είναι η Πασσαρώνα;
Οι περισσότερες εγκυκλοπαίδειες την αγνοούν, τα λεξικά επίσης, πως είναι λοιπόν δυνατό να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό μια άγνωστη Ελληνική Πρωτεύουσα;
Κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα π.Χ. τα πρώτα Μολοσσικά φύλλα κατέρχονται στην Ήπειρο και καταλαμβάνουν τα μεγάλα λεκανοπέδια των Ιωαννίνων και του Παρακαλάμου, περιοχή σημαντική διαχρονικά με μεγάλη στρατηγική και οικονομική σημασία.
Σύμφωνα με τους Αρχαίους Συγγραφείς και ιδίως τον Πλούταρχο, η Πασσαρώνα ήταν η Πρωτεύουσα του κράτους των Μολοσσών που από τις αρχές του 6ου αιώνα εξαπλώνεται και ισχυροποιείται.
Για την ακριβή θέση της Πασσαρώνας τα ευρήματα είναι πενιχρά και η αρχαιολογική σκαπάνη ακόμη δεν μπορεί με βεβαιότητα να εντοπίσει το χώρο.
Στην πεδιάδα των Ιωαννίνων υπάρχουν δύο μεγάλες ακροπόλεις με σπουδαία τείχη που μαρτυρούν την ύπαρξη δύο ισχυρών πόλεων, της ακροπόλεως του Γαρδικιού και της ακροπόλεως της Καστρίτσας.
Ο Καθηγητής κ. Δάκαρης με βάση ορισμένους ιστορικούς συσχετισμούς και τοπογραφικά στοιχεία, ισχυρίζεται ότι η ακρόπολη του Γαρδικιού αντιστοιχεί με την αρχαία Πασσαρώνα και η ακρόπολη της Καστρίτσας με την αρχαία Τέκμωνα.
Ο λόφος του Γαρδικιού που βρίσκεται 11 χλμ. Βορειοδυτικά των Ιωαννίνων, είναι φύσει και θέσει ισχυρή με εξέχουσα στρατηγική σημασία, καθώς ελέγχει ολόκληρο το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων.
Στην κορυφή του λόφου υπάρχει τείχος 800 μέτρων ερειπωμένο σήμερα, όχι μόνο από τις επιπτώσεις του χρόνου, αλλά και από τα οχυρωματικά έργα των Τούρκων κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων (1912).
Στις παρυφές του λόφου του Γαρδικιού βρίσκονται τα ερείπια αρχαίου ναού . Έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στον Άρειο Δία της Πασσαρώνας που χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. με ριζικές επισκευές κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, μετά την καταστροφή που πρέπει να υπέστη από τις λεγεώνες του Αιμίλιου Παύλου, ο οποίος το 167 π.Χ. εκτελώντας απόφαση της Συγκλήτου κατέστρεψε περίπου 70 πόλεις της Ηπείρου και εξανδραπόδισε 150 χιλιάδες νέους ανθρώπους.
Στο ιερό αυτό συγκεντρώνονταν οι άρχοντες και ο λαός την Άνοιξη, όταν κτηνοτρόφοι όντας εγκατέλειπαν τα πεδινά βοσκοτόπια και μετακινούνταν προς τα βουνά.
Κάτι άλλωστε ανάλογο συμβαίνει και τώρα.
Και κατά την σημερινή εποχή όπως και τότε μαζεύονται οι κτηνοτρόφοι, είτε πριν αναχωρήσουν για τα χειμαδιά τους, είτε πριν αναχωρήσουν για τα λιβάδια των βουνών για να δώσουν ευχές επανένωσης και να γλεντήσουν για τον χωρισμό ή το αντάμωμα.
Είναι πασίγνωστος ο τρανός χορός της Βλάστης και οι ανάλογες γιορτές στα βλαχοχώρια. ( ΣΣ και ύστερα ψάχνουν οι διάφοροι φωστήρες να βρουν την καταγωγή των Βλάχων).
Η συγκέντρωση αυτή τότε είχε τον χαρακτήρα της ορκοδοσίας προς τους θεούς για την συνέχιση της υποταγής στην πολιτική εξουσία και στη διαφύλαξη των κανόνων καλής γειτονίας.
Η ίδρυση της Ακρόπολης της Πασσαρώνας τοποθετείται από τον Καθηγητή κ. Σ. Δάκαρη περίπου έναν αιώνα πριν από την ίδρυση του Ναού, στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. (425-450 π.Χ.).
Ήταν η περίοδος της πολιτιστικής άνοιξης των Μολοσσών υπό την ηγεσία του ικανού Βασιλιά, του Θαρύπα, ο οποίος ήταν γενάρχης του οίκου των Αιακιδών.
Η αρχαία ακρόπολη της πόλεως Τέκμων στην Καστρίτσα Ιωαννίνων
Στην νοτιοανατολική πλευρά του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων βρίσκεται ο λόφος της Καστρίτσας.
Εκεί· στην κορυφή του λόφου οι εργασίες της Εφορείας Κλασσικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων έφεραν στο φως τα ίχνη μια παλιάς οχυρωμένης πόλης των Ηπειρωτών.
Κατά πολλούς η πόλη αυτή ταυτίζεται με την αρχαία Ηπειρώτικη πόλη «Τέκμον» την οποία ο Στράβων αναφέρει ως μια από τις πολλές Ηπειρώτικες πόλεις που οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν όταν κατέλαβαν την περιοχή.
Ο Έλληνας γεωγράφος-ιστορικός τοποθετεί την πόλη αυτή νότια και κοντά στην τότε πρωτεύουσα των Μολοσσών την Πασσαρώνα, θέση που αντιστοιχεί με την τοποθεσία στην οποία βρίσκεται κτισμένη η αρχαία ακρόπολη του λόφου της Καστρίτσας.
Η περίμετρος των τειχών που περικλείουν την αρχαία πολιτεία φτάνει τα 3000 μέτρα και η είσοδος στην ακρόπολη γινόταν από 5 εισόδους.
Από αυτές, η πύλη που βρίσκεται στην νοτιοανατολική πλευρά του λόφου εντυπωσιάζει τον επισκέπτη, εξαιτίας του ασυνήθιστου σχήμα της μιας της πλευράς, που θυμίζει πρώρα καραβιού.
Εντός της ακρόπολης έχουν έρθει στο φως τα ίχνη των θεμελίων πολλών αρχαίων οικοδομικών συγκροτημάτων αλλά και τοιχοποιίες κτηρίων καθώς και οχυρωματικές θέσεις από μεταγενέστερες περιόδους, κυρίως από τους χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή.
Κτηριακό συγκρότημα Ε – διακρίνεται η δεξαμενή με το προστατευτικό ξύλινο στέγαστρο.
Σημαντική επίσης ανακάλυψη θεωρείται και η εύρεση της δεξαμενής της ακροπόλεως, που έγινε από τον αρχαιολόγο καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη αρκετές δεκαετίες πιο πριν, και που σήμερα για την προφύλαξη της, βρίσκεται καλυμμένη κάτω από σκέπαστρο.
Στον χώρο της ακροπόλεως γίνονται συνεχώς εργασίες για τον καθαρισμό και την ανάδειξη της.
Ένα δίκτυο μονοπατιών κατασκευάζεται ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να περπατήσουν στους χώρους της αρχαίας αυτής Ηπειρώτικης πόλης ενώ παράλληλα διαμορφώνονται και ειδικοί χώροι από τους οποίους θα δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει κανείς τόσο τον αρχαιολογικό αυτόν χώρο αλλά και την όμορφη θέα προς την γύρω περιοχή.
Και από εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει τον σημαντικό ρόλο που έπαιζε ο λόφος αυτός στην περιοχή του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων και γι’ αυτό τα στοιχεία που έρχονται συνεχώς στο φως μας δείχνουν ότι κατοικούνταν από την προϊστορική ακόμη περίοδο.
Ο Θαρύπας
Ο Βασιλιάς αυτός που είχε γαλουχηθεί με τον Αττικό πολιτισμό εισήγαγε στην Ήπειρο ριζοσπαστικές καινοτομίες.
Ο Πλούταρχος στο βιβλίο του «Πύρρος 1.3» αναφέρει ότι ο Θαρύπας «Πρώτος κόσμησε τις πόλεις με Ελληνικές συνήθειες και γραφή και δημοκρατικούς νόμους».
Οι πρωτοβουλίες είχαν στόχο την πολιτική, πολιτιστική και στρατηγική ανάπτυξη των Μολοσσών, οι κυριότερες των οποίων ήταν, η συνένωση μικρών κωμών σε μεγάλες πόλεις, η ετήσια εκλογή αρχόντων, το κοινό νόμισμα, η γραφή και κυρίως η συγκρότηση σε ενιαία δύναμη των Μολοσσών.
Ωστόσο παρά τα μέτρα το βασίλειο των Μολοσσών ήταν μικρό, επιτηρούμενο από τα υπόλοιπα Ηπειρωτικά φύλλα και από το βασίλειο των Μακεδόνων που επί Φιλίππου Β΄ και του Κασσάνδρου, προσάρτησαν περιοχές Ηπειρωτών, αλλά ήλεγχαν και τις διαβάσεις που οδηγούσαν στην Ήπειρο.
Στις αρχές όμως του 3ου αιώνα π.Χ. ο Πύρρος ισχυροποιεί τη θέση των Μολοσσών ανακτώντας από τους Μακεδόνες τα εδάφη που είχαν απολέσει , επέκτεινε το κράτος προς Βορρά σε βάρος των Ιλλυριών, κατέλαβε τα Ιόνια νησιά και δημιούργησε μια ενιαία και ισχυρή Ήπειρο, την οποία χρησιμοποίησε σαν ορμητήριο της επεκτατικής πολιτικής του.
Για την ασφάλεια της Ηπείρου έγιναν σπουδαία οχυρωματικά έργα, αφού το κράτος μεγάλωσε πλέον αρκετά από τον Αχελώο έως το Δυρράχιο και ήταν λόγω του δύσβατου της περιοχής, δυσκολομετακίνητο το στράτευμα.
Τα οχυρωματικά και τα τεχνικά έργα, όπως ευρύχωρες ακροπόλεις σε περιοχές στρατηγικής σημασίας, δρόμοι και γέφυρες για τον στρατό και οχυρωμένες πόλεις όπως η Αντιγόνεια προστέθηκαν στην υπηρεσία του νέου δυναμικού κράτους της Ηπείρου.
Την εποχή αυτή ενισχύθηκε το τείχος της Πασσαρώνας περιμετρικά πλην της νότιας πλευράς, γιατί τα απόκρημνα όρη προστάτευαν την πόλη.
Ο Πύρρος έδωσε μεγάλη προσοχή στην ενίσχυση της πόλης όχι μόνο γιατί ήταν η πρωτεύουσά του και το κέντρο εξουσίας του, αλλά γιατί ήταν η συνέχεια της διοίκησης των Μολοσσών.
Παράλληλα το ιερό του Αρείου Διός ήταν το ιερό κέντρο των Μολοσσών στο οποίο φυλάσσονταν όλα τα αρχεία του κράτους και τα δημόσια ψηφίσματα, όπως ακριβώς συνέβαινε και με τη Δωδώνη.
Βέβαια οφείλουμε να καταδείξουμε την έλλειψη συστηματικών ανασκαφών στην περιοχή, ώστε να διερευνηθούν πλήρως τα πέριξ του ιερού οικοδομήματα, αλλά και οι κατοικίες των Μολοσσών.
Η σχέση του Πύρρου με την Πασσαρώνα και το Ιερό του Διός αποδεικνύεται και από άλλες πηγές.
Όπως γράφει ο Πλούταρχος στο έργο του «Πύρρος 5», σε μια από τις ετήσιες γιορτές στο Ιερό κατά την άνοιξη πριν από το έτος 295 π.Χ. συνέβη το γνωστό επεισόδιο ανάμεσα στον Πύρρο και τον Γέλωνα.
Η δωρεά δύο ζευγαριών βοών από τον Γέλωνα προς τον Πύρρο, έγινε αφορμή να εξυφανθεί δολοφονική απόπειρα κατά του Πύρρου, που κατέληξε όμως στο αντίθετα αποτέλεσμα, με τον φόνο του συμβασιλέα Νεοπτόλεμου.
Ένα άλλο περιστατικό επίσης συνδέεται με τον Πύρρο και τον Άρειο Δία.
Κατά τον Πλούταρχο, όταν ο στρατός του νίκησε τους Μακεδόνες στην Αιτωλία το 289 π.Χ. ο Πύρρος αποκλήθηκε από τους στρατιώτες του Αετός.
Ο ίδιος ανταποδίδοντας την φιλοφρόνηση απάντησε: « Δι’ υμάς… αετός ειμί πώς γαρ ου μέλλω, τοις υμετέροις όπλοις ώσπερ ωκυπτέροις επαιρόμενος;» παρομοιάζοντας με ωκύπτερα την ορμητικότητα των στρατιωτών τους και τα όπλα τους.
Τα ωκύπτερα, δηλαδή οι μεγάλες φτερούγες του αετού, που πλαισιώνουν έναν κεραυνό, αποτελούν την βραχυγραφία της παράστασης του αετού που πατάει τον κεραυνό.
Μάλλον η παρομοίωση αυτή δεν μπορεί να ήταν απλή φιλοφρόνηση του Πύρρου προς τους στρατιώτες του.
Ήταν βαθύτερο το νόημα, αφού το έμβλημα της Ηπειρωτικής Συμμαχίας ήταν ο φτερωτός αετός με δύο ωκύπτερα στο μέσον.
Επομένως ο Πύρρος χρησιμοποιώντας τη φράση ως λογοπαίγνιο και ανταποδίδοντας τους επαίνους και τον θαυμασμό των στρατιωτών του παρομοίαζε την ορμητικότητά τους και τα όπλα τους με τον φτερωτό κεραυνό, το σύμβολο του Αρείου Διός.
Σ’ αυτόν τον θεό είχε ορκισθεί στο επίσημο Ιερό της Πασσαρώνας ότι θα τηρήσει τους νόμους κατά την ανάρρησή του στον θρόνο, όπως συνηθιζόταν από τους βασιλείς των Μολοσσών.
Την τήρηση των όρκων και των ενόρκων υποσχέσεων επέβλεπε ο Άρειος Δίας όπως απηχεί και επιγραφή ανάγλυφου «αρά τω Διί ου βέλος διίπταται» που βρέθηκε και φυλάσσεται στο Μουσείο των Ιωαννίνων και που συσχετίζει τον θεό με τη λέξη «αρά».
Από την άλλη μεριά ο Πύρρος παράλληλα με τις άλλες του ιδιότητες ως βασιλιάς των Μολοσσών και αρχηγός του στρατού ήταν και ο θρησκευτικός ηγέτης του λαού του.
Αυτή τη δύναμη αντλεί από την θεία του καταγωγή, καθώς θεωρείται απόγονος του Αχιλλέα, γι’ αυτό και διατηρεί ιαματικές ιδιότητες, ιδίως στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού που είχε θεραπευτική δύναμη.
Όμως παρά την στενή σύνδεση του Πύρρου με την αρχέγονη πρωτεύουσα των Μολοσσών, την Πασσαρώνα, με τον κατ’ εξοχήν σεβαστό θεό των Άρειο Δία, ο βασιλιάς δεν δίστασε τελικά να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους του στην Αμβρακία την σημερινή Άρτα για να εξυπηρετήσει το πρόγραμμα του για μια μεγάλη και ισχυρή Ήπειρο.
Για τον Πύρρο ήταν μεγάλη επιτυχία η παραχώρηση σ’ αυτόν της Αμβρακίας, παλιάς κορινθιακής αποικίας στον Αμβρακικό κόλπο, η οποία είχε μεγάλη ακτινοβολία σε όλη την Ελλάδα, αντάξια της αίγλης του Ηπειρώτη βασιλιά.
Ο Στράβων, σπουδαίος ιστορικός αναφέρει: «…μάλιστα δ’ εκόσμησεν αυτήν Πύρρος, βασιλείω χρησάμενος των τόπω».
Επί βασιλείας του Πύρρου η Αμβρακία λειτουργούσε ως πολιτικό κέντρο της Συμμαχίας των Ηπειρωτών, παράλληλα με την Δωδώνη, η οποία εκτός από θρησκευτικό κέντρο αποκτά ισχυρή υποδομή με την ίδρυση Βουλευτηρίου και Πρυτανείου.
Από το αρχαίο Λιλύβαιο[1] της Σικελίας προέρχονται δύο μολύβδινες καταραστικές επιγραφές που βρέθηκαν σε τάφο του 3ου αιώνα π.Χ.
Είναι γραμμένες σε μια μίξη δωρικής διαλέκτου και Κοινής και πιθανώς από το ίδιο χέρι, αν και η μια είναι γραμμένη ανάδρομα. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά τους είναι και τα ονόματα που αναφέρονται: η πρώτη απευθύνεται ενάντια σε κάποιον Απιθαμβ.αλ[2] και η δεύτερη ενάντια σε κάποιον Ζωπυρίωνα τᾶς Μυμβυρ (Μumbur).
Τα δύο ξένα ονόματα, πιθανώς καρχηδονιακά, αντιμετωπίζονται ως άκλιτα.
Ο Απιθαμβ.αλ (Αpithamb.al) είναι έτοιμος να αναλάβει νομική δράση (πρᾶξις), ενώ και ο Ζωπυρίων είναι σε διαδικασία δίκης.
[Ο Νυμήριος (Numerius) και ο Δαμέας είναι αυτοί που παρήγγειλαν τον μαγικό κατάδεσμο.
Προσπαθούν να προστατέψουν τον εαυτό τους απέναντι στον Απιθαμβ.αλ, ο οποίος κινήθηκε δικαστικά εναντίον τους.
Τον καταριούνται να μην μπορεί να μιλήσει στη δίκη που κίνησε, αλλά και σε ενδεχόμενη δίκη σε βάρος του (αυτό εξηγεί την διπλή επανάληψη «να μην μπορεί να μιλήσει ενάντια»).]
Δένω με μάγια στο όνομα των καταχθόνιων θεών
την δικαστική ενέργεια του Απιθαμβ.αλ ενάντια στον Νυμήριο
και τον Δαμέα, για να μην μπορεί να μιλήσει ενάντια,
να μην μπορεί να μιλήσει ενάντια σε κάθε δικαστική πράξη
ή να μισήσει.



















Leave a Reply