«Εάν δεν είσαι ικανός να εκνευρίζεις κανέναν με τα γραπτά σου, τότε να εγκαταλείψεις το επάγγελμα»

ΩΡΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

Ενημέρωση των αναγνωστών.

Προσοχή στις απάτες, η ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ και ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ δεν φέρει καμία ευθύνη για οποιαδήποτε συναλλαγή με κάρτες η άλλον τρόπω και άλλα στον όνομά της, Ή στο όνομα του κυρίου Γ. Θ, Χατζηθεοδωρου. Δεν έχουμε καμία χρηματική απαίτηση από τους αναγνώστες με οποιοδήποτε τρόπο.
Αγαπητοί αναγνώστες η ανθελληνική και βρόμικη google στην κορυφή της ιστοσελίδας όταν μπείτε, αναφέρει μη ασφαλής την ιστοσελίδα, ξέρετε γιατί;;; Διότι δεν της πληρώνω νταβατζιλίκι, κάθε φορά ανακαλύπτει νέα κόλπα να απειλή. Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ σας εγγυάται, ότι δεν διατρέχετε κανένα κίνδυνο, διότι πληρώνω με στερήσεις το ισχυρότερο αντιβάριους της Eugene Kaspersky, όπως δηλώνει και ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Kaspersky Lab "Πιστεύουμε ότι όλοι μας δικαιούμαστε να είμαστε ασφαλείς στο διαδίκτυο. Eugene Kaspersky

Ανακοίνωση

Τη λειτουργία μίας νέας γραμμής που αφορά τον κορωνοϊό ανακοίνωσε ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας. Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας ανακοινώνει, ότι από σήμερα 07.03.2020 λειτουργεί η τηλεφωνική γραμμή 1135, η οποία επί 24ώρου βάσεως θα παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον νέο κοροναϊό.

Πού μπορεί να απευθυνθεί μια γυναίκα που πέφτει θύμα ενδοοικογενειακής βίας;

«Μένουμε σπίτι θα πρέπει να σημαίνει πως μένουμε ασφαλείς και προστατευμένες. Για πολλές γυναίκες, όμως, σημαίνει το ακριβώς αντίθετο. Εάν υφίστασαι βία στο σπίτι, δεν είσαι μόνη. Είμαστε εδώ για σένα. Μένουμε σπίτι δεν σημαίνει ότι υπομένουμε τη βία. Μένουμε σπίτι δεν σημαίνει μένουμε σιωπηλές. Τηλεφώνησε στη γραμμή SOS 15900. Οι ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί της γραμμής θα είναι εκεί για σε ακούσουν και να σε συμβουλέψουν. Δεν μπορείς να μιλήσεις; Στείλε email στο sos15900@isotita.gr ή σε οποιοδήποτε από τα Συμβουλευτικά Κέντρα ” λέει σε ένα βίντεο που ανέβασε στο Instagram της η Ελεονώρα Μελέτη.

Προς ενημέρωση στους αναγνώστες. 4/8/2020

Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ δεν ανάγκασε ποτέ κανένα να κάνει κάτι με παραπλανητικές μεθόδους, αλλά ούτε με οποιοδήποτε τρόπο. Ο γράφων είμαι ένας ανήσυχος ερευνητής της αλήθειας. Και αυτό το κάνω με νόμιμο τρόπο. Τι σημαίνει αυτό; ότι έχω μαζέψει πληροφορίες επιστημονικές και τις παρουσιάζω, ή αυτούσιες, ή σε άρθρο μου που έχει σχέση με αυτές τις πληροφορίες! Ποτέ δεν θεώρησα τους αναγνώστες μου ηλίθιους ή βλάκες και ότι μπορώ να τους επιβάλω την γνώμη μου. Αυτοί που λένε ότι κάποια ιστολόγια παρασέρνουν τον κόσμο να μην πειθαρχεί… Για ποιο κόσμο εννοούν;;; Δηλαδή εκ προοιμίου θεωρούν τον κόσμο βλάκα, ηλίθιο και θέλουν να τον προστατέψουν;;; Ο νόμος αυτό το λέει για τους ανώριμους ανήλικους. Για τους ενήλικους λέει ότι είναι υπεύθυνοι για ότι πράττουν. Στον ανήλικο χρειάζεται ένας διπλωματούχος ιδικός για να τον δασκαλέψει, καθηγητής, δάσκαλος. Στους ενήλικες δεν υπάρχει περιορισμός. Ποιος λέει και ποιος ακούει, διότι ο καθένας ενήλικος είναι υπεύθυνος και προς τους άλλους και προς τον εαυτό του.

Ζορλού, Ερίμ, Εβρέν και Ακιντζί

 02 Φεβρουάριος 2016,  ΦΑΝΟΥΛΑΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Η διαχρονική στρατηγική της Τουρκίας στην Κύπρο για επιβολή ΔΔΟ Νιχάτ Ερίμ: Η μετακίνηση των Ελλήνων δεν αποτελούσε άσκοπη ταλαιπωρία για να εξασφαλίζονταν τα τουρκικά συμφέροντα!

 

 

 

Δεν έφτασε να επιστρέψει ο Ελληνοκύπριος «Τσάμπερλεν» (Ά. Κυπριανού, ΑΚΕΛ) από την Τουρκία και τη συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό Α. Νταβούτογλου, ο οποίος, κατά τον κ. Κυπριανού, ήταν «εντυπωσιακά φιλικός και ανθρώπινος», και ο Τ/κ ηγέτης και εγκάθετος του Νταβούτογλου Μουσταφά Ακιντζί δήλωσε πως: «Η βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας έχει δημιουργηθεί από το 1974. Αν και το περίγραμμα αυτής της διευθέτησης υπάρχει ήδη, δεν έχει επιτευχθεί η νομική βάση και η διεθνής απoδοχή της». («Sigmalive», 25 Ιανουαρίου 2016). Πλήρης ταύτιση με τις δηλώσεις Στρατηγού Κενάν Εβρέν πριν από 25 χρόνια!

Τούρκος Στρατηγός Κενάν Εβρέν, 1990: «Στόχος της εισβολής ήταν η δημιουργία μιας ομοσπονδίας στην Κύπρο. Η επιχείρηση ήταν επιτυχής, όμως, η δημιουργία της ομοσπονδίας στο τραπέζι ακόμα δεν έχει γίνει κατορθωτή. Ο στόχος αυτός παραμένει απραγματοποίητος». («Σημερινή», 12 Φεβρουαρίου 1990).

Μουσταφά Ακιντζί, Απρίλιος 2015: «Να δοθεί τέλος στα περί κυρίαρχου κράτους» (Σίγμα και ΚΥΠΕ, 28.4.2015).

Μουσταφά Ακιντζί στην «εκλογή» του τον Απρίλιο 2015 και με φόντο τη φωτογραφία του σφαγέα των Ελλήνων Κεμάλ Ατατούρκ: «Μια νέα ευκαιρία έχει εμφανιστεί για τη δημιουργία μιας διζωνικής, δικοινοτικής και fair λύσης. Ως Πρόεδρος, είναι ευθύνη μου να καταφέρω αυτόν τον στόχο και να κάνω την τουρκοκυπριακή κοινότητα μέλος του διεθνούς δικαίου». (Να τη νομιμοποιήσει, δηλαδή, με αναγνώριση από τους Ε/κ και το τέλος του κυρίαρχου κράτους της Κ.Δ.).

Μουσταφά Ακιντζί, 2016: « Η λύση θα πρέπει να διασφαλίζει την «κυριαρχία, την πολιτική ισότητα και την ασφάλεια του τ/κ «λαού». («Σημερινή», 26 Ιανουαρίου 2016).

Κενάν Εβρέν – Μουσταφά Ακιντζί,

Το κοινό στις δύο φωτογραφίες, η δεσπόζουσα μορφή του Κεμάλ Ατατούρκ, που ενοποιεί και συμβολίζει

«Αυτοδιάθεση για τους Τ/κ»

Δρ Νιχάτ Ερίμ, 1956: « Αυτοδιάθεση για τον τ/κ λαό». Δηλαδή για μία μειονότητα του 18%, και αυτό το στήριξε ο Ερίμ με μια πανούργα διαστρέβλωση της αρχής της αυτοδιαθέσεως, την οποία ο τότε «Τούρκος Υπ. Εξωτερικών της Βρετανίας» (όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Randolph S. Churchill σε άρθρο του στις 13 Ιουλίου 1956 στο περιοδικό «Spectator») δέχθηκε, και στις 19 Δεκεμβρίου 1956 με δήλωση του Υπ. Αποικιών από τη Βουλή των Κοινοτήτων, υποσχέθηκε ξεχωριστή αυτοδιάθεση στον «λαό» του 18% των Τουρκοκυπρίων.

Έγραψε ο Ερίμ: «Η αρχή της αυτοδιαθέσεως θα εφαρμοστεί διά της συγκεντρώσεως όλων των Ελλήνων στην ίδια περιοχή που θα εξασφαλιστεί η διαβίωσή τους κάτω από τη διοίκηση της αρεσκείας τους. Είναι αναπόφευκτη μια ανταλλαγή πληθυσμών… Δεν αποτελεί άσκοπη ταλαιπωρία η μετακίνηση μιας μερίδας ανθρώπων προς τον σκοπό της μη καταπατήσεως του δικαιώματος της αυτοδιαθέσεως της τουρκικής κοινότητας, σήμερα ευρισκόμενης σε μειοψηφία, της παροχής δυνατοτήτων προς προάσπιση της ασφάλειας της Τουρκίας…» (Έκθεση Νιχάτ Ερίμ, βλέπε βιβλίο Κ. Χατζηκωστή «Έξι προεδρικά πορτραίτα», 2015).

Η «επανάκτηση της Κύπρου»

Δεν αποτελούσε για τον Νιχάτ Ερίμ… άσκοπη ταλαιπωρία η τουρκική βάρβαρη εισβολή, με την οποία εξασφαλίστηκε το ξερίζωμα των Ελλήνων («μιας μερίδας ανθρώπων») και η συγκέντρωσή των σε μια περιοχή, εκείνο που προείχε, είχε και έχει σημασία ήταν και είναι η εξασφάλιση των τουρκικών στόχων για ξεχωριστή αυτοδιάθεση του τ/κ «λαού»! Αυτήν τη στρατηγική/πολιτική ακολουθούν μέχρι σήμερα όλες οι τουρκικές κυβερνήσεις και οι εγκάθετοί των στα κατεχόμενα.

Και απώτερος στόχος ήταν και παραμένει η κατάληψη ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟY, που ήταν και ο λόγος που ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Α. Μεντερές κάλεσε τον Δρα Ερίμ να ετοιμάσει το σχέδιο για «επανάκτηση της Κύπρου». (Υπενθυμίζω ότι τα ίδια κατέγραφε και το μυστικό τουρκικό έγγραφο που βρέθηκε στο γραφείο του Τουρκοκύπριου υπουργού Πλουμέρ, ημερ.14 Σεπτεμβρίου 1963, για την προετοιμασία πραξικοπήματος για ανατροπή της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντικατάστασή της με δύο ομόσπονδα συνιστώντα στέιτς).

«Με τη συνεργασία της ε/κ πλευράς»

Και για την επιτυχία όλων εκείνων των σχεδίων και στόχων οι Τούρκοι από το 1957 πίστευαν ότι με λίγη συνεργασία με Ελληνοκυπρίους θα τα κατάφερναν.

Τουρκική κυβέρνηση (Μεντερές/Ζορλού), 1957: «Η τουρκική κυβέρνηση πιστεύει ότι η διχοτόμηση της Κύπρου δεν θα είναι κατ’ ανάγκην πολύ δύσκολη, και δεν θα συνεπάγεται μεγάλης κλίμακας ανταλλαγή πληθυσμού. Διατηρούν τη άποψη ότι με λίγη συνεργασία από την ελληνοκυπριακή πλευρά, θα μπορέσουν να υπάρξουν δύο ζώνες στην Κύπρο, μία κάτω από τουρκοκυπριακή διοίκηση και μια κάτω από ελληνοκυπριακή…» (Γραφείο Αποικιών, Ιούνιος 1957).

Έτσι, λοιπόν, το 2016 ένας Ελληνοκύπριος (Α. Κυπριανού) έτρεξε να βγάλει τον εισβολέα Τούρκο από τη δύσκολη θέση και να του συμπαρασταθεί στην πολιτικής της μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετατρεπόμενος σε πλασιέ/μεσάζων του. Όπως και ένας Βρετανός, Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, ο Φίλιπ Χάμοντ, ως νεότερος Lennox Boyd, επεμβαίνοντας στη βρετανική δικαιοσύνη εις βάρος των Ε/κ προσφύγων, βγάζοντας και εκείνος την Τουρκία από τη δύσκολη θέση να απαντήσει η ίδια στο δικαστήριο, γιατί, αν το έκανε, θα αναγνώριζε την Κυπριακή Δημοκρατία και τις αποφάσεις των δικαστηρίων της.

Έχοντας, δε, υπόψη ότι οι φανατικότεροι υποστηρικτές της τουρκο-βρετανικής, διαιρετικής, ρατσιστικής διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας από το 1974 είναι κάποιοι Ελληνοκύπριοι, ε, τότε για το πόσο δίκαιο είχαν οι Τούρκοι από το 1957, τόσο για τη διαχρονική όσο και για την πρόσφατη δουλόφρονα ανταπόκριση Ελληνοκυπρίων προς τις τουρκικές επιδιώξεις, δεν χρειάζονται σχόλια…

ΦΑΝΟΥΛΑΣ ΑΡΓΥΡΟΥ Ερευνήτρια/δημοσιογράφος –

fanoulla@rgyrou.com;

2 comments to Ζορλού, Ερίμ, Εβρέν και Ακιντζί

  • Ο εποικισμός υπό το Διεθνές Δίκαιο

    Αποδελτιώθηκε στον Εμπροσθοφύλακα στις 23/04/2012

    ‘Εμπροσθοφύλακας‘

    «Ο εποικισμός υπό το Διεθνές Δίκαιο»*
    23 Απριλίου 2012

    Νικόλας Α. Ιωαννίδης

    Εισαγωγή

    Ανάμεσα στις πολυάριθμες συνέπειες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και της έκτοτε συνεχιζόμενης κατοχής του νησιού, είναι και ο εποικισμός των κατεχόμενων εδαφών από Τούρκους πολίτες. Από το 1975 η εισροή Τούρκων εποίκων στη βόρεια Κύπρο είναι αθρόα και κάθε προσπάθεια για ακριβή υπολογισμό του αριθμού τους καταλήγει σε κατά προσέγγισιν αποτελέσματα και εικασίες. Ο εποικισμός αποτελεί πάγια τακτική των εκάστοτε κατοχικών δυνάμεων που αποσκοπεί στην αλλοίωση του πληθυσμού της, διά της ένοπλης βίας, κατακτηθείσας περιοχής. Το Διεθνές Δίκαιο κατατάσσει τον εποικισμό στα σοβαρότερα εγκλήματα στη διεθνή έννομη τάξη.

    Ο εποικισμός ως έγκλημα πολέμου

    Συγκεκριμένα, η μεταφορά από την κατέχουσα δύναμη δικού της αστικού πληθυσμού στα υπό κατοχή εδάφη χαρακτηρίστηκε ως έγκλημα πολέμου από τον Καταστατικό Χάρτη του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης[1] και ακολούθως απαγορεύτηκε με την 4η Συνθήκη της Γενεύης του 1949[2]. Αργότερα, το Πρωτόκολλο Ι επί της ρηθείσας Συνθήκης επανέλαβε ότι ο εποικισμός συνιστά σοβαρή παραβίαση του αυτού Πρωτοκόλλου και ονόμασε τον εποικισμό ως έγκλημα πολέμου[3]. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ) έκρινε ότι το άρθρο 49(6) της ανωτέρω Συνθήκης απαγορεύει οποιαδήποτε μέτρα που λαμβάνει η κατοχική δύναμη με σκοπό να οργανώσει ή να ενθαρρύνει μεταφορά μέρους του πληθυσμού της στην υπ’ αυτήν κατεχόμενη περιοχή[4]. Επιπρόσθετα, το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC) συμπεριέλαβε τον εποικισμό στα εγκλήματα πολέμου[5]. Περαιτέρω, η International Law Commission (ILC) στο Draft Code of Crimes against the Peace and Security of Mankind (1996), άρθρο 20(c)(i), επίσης κατατάσσει τον εποικισμό στα εγκλήματα πολέμου.

    Το απαράγραπτο των εγκλημάτων πολέμου

    Σχετικά με το ζήτημα της παραγραφής των εγκλημάτων πολέμου, υπάρχουν ειδικές συνθήκες που το ρυθμίζουν, καθώς οι συνθήκες που όριζαν την έννοια των εγκλημάτων αυτών και προέβλεπαν την τιμωρία τους, δεν αναφέρονταν σε χρονική αρμοδιότητα (ratione temporis) των δικαστηρίων. Αρχικά, η Συνθήκη για τη Μη Επιβολή Νομοθετικών Περιορισμών για τα Εγκλήματα Πολέμου και Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας (1968) απαγορεύει την επιβολή περιορισμών -χρονικών και/ή ετέρων- όσον αφορά τα εγκλήματα πολέμου, όπως καθορίστηκαν από το Καταστατικό του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης (1945) και τις Συνθήκες της Γενεύης (1949)[6]. Παρεμφερείς διατάξεις περιλαμβάνει και η Ευρωπαϊκή Συνθήκη για τη Μη Επιβολή Νομοθετικών Περιορισμών για τα Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας και τα Εγκλήματα Πολέμου (1974)[7]. Παρόμοιες πρόνοιες υπάρχουν και σε μια σειρά από άλλες συνθήκες, ψηφίσματα του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, στρατιωτικά εγχειρίδια, εθνικές νομοθεσίες και αποφάσεις εγχώριων δικαστηρίων.

    Η περίπτωση της Κύπρου

    Όσον αφορά την Κύπρο, σε μια σειρά ψηφισμάτων, μερικά από τα οποία παρατίθενται ενδεικτικά, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εκφράζει την αποδοκιμασία της για τις μονομερείς πράξεις που αλλοιώνουν τη δημογραφία της Κύπρου[8]. Σχετικά ψηφίσματα έχει εκδώσει και η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (UNCHR), με τα οποία καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να αποφεύγουν ενέργειες που οδηγούν στη δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού της Κύπρου[9] και, επιπλέον, θεωρεί τη μεταφορά εποίκων στην πόλη της Αμμοχώστου ως παράνομη[10]. Υπάρχει, ακόμη, ψήφισμα της υπο-επιτροπής για την Καταπολέμηση των Διακρίσεων και την Προστασία των Μειονοτήτων, με το οποίο εκφράζεται η ανησυχία της υπο-επιτροπής για την εισροή εποίκων και την προσπάθεια αλλοίωσης της δημογραφικής δομής της Κύπρου[11].

    Σε έκθεσή του προς το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1992, ο Ισπανός εισηγητής Alfons Cuco αναφέρθηκε στην επίδραση που είχε η κάθοδος Τούρκων εποίκων στη βόρεια Κύπρο και ότι αυτό είχε σημαντικές επιπτώσεις στη δημογραφία της περιοχής, λόγω και των αυξημένων ποσοστών τεκνοποίησης ανάμεσα στους εποίκους[12]. Επίσης, χαρακτήρισε σημαντικό πρόβλημα την παροχή «υπηκοότητας» από το ψευδοκράτος στους εποίκους, αλλά και την παραμονή Τούρκων στρατιωτών στο βορρά[13]. Σε μια μεταγενέστερη έκθεση (2003), ο Φινλανδός εισηγητής Jaakko Laakso επεσήμανε την αθρόα προσέλευση εποίκων από την Τουρκία στη βόρειο Κύπρο και τη συνεχή «πολιτογράφησή» τους από το ψευδοκράτος, κάτι που θεώρησε πολύ σοβαρό πρόβλημα[14]. Ο εισηγητής τόνισε ότι η αυξανόμενη εισροή εποίκων στη βόρεια Κύπρο αλλοιώνει το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού και ότι η αύξηση του τουρκόφωνου πληθυσμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την τουρκική πλευρά για να δικαιολογήσει τις υπερβολικές της απαιτήσεις κατά την τελική διευθέτηση του Κυπριακού[15].

    Η ανωτέρω παρατήρηση του κ. Laakso αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα σε σχέση με τον εποικισμό. Ανέκαθεν η Τουρκία επεδίωκε να γείρει την πληθυσμιακή πλάστιγγα υπέρ της και να καταστήσει τον ελληνικό πληθυσμό μειοψηφία. Αυτή η θέση εκφράστηκε ρητά στις Εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ (1956)[16], οι οποίες απετέλεσαν το υπόβαθρο για το μετέπειτα εκπονηθέν υπό του Γραφείου Ειδικού Πολέμου της Τουρκίας «Σχεδίου Επανάκτησης της Κύπρου».

    Καταληκτικά Συμπεράσματα

    Ως έχει αναπτυχθεί πιο πάνω, ο εποικισμός αποτελεί ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα στο Διεθνές Δίκαιο και συγκαταλέγεται στα εγκλήματα πολέμου. Με βάση τη θεμελιώδη αρχή του Δικαίου ότι «εκ της παρανομίας δεν παράγεται δίκαιο» (ex injuria jus non oritur), συνάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι ουδέν δικαίωμα δημιουργείται για τους εποίκους και τους απογόνους τους, καθώς η παραμονή τους στην Κύπρο είναι εξ αρχής παράνομη και η παρανομία αυτή δεν παραγράφεται, ούτε μπορεί να θεραπευθεί.

    Καθώς οι διατάξεις που αφορούν τα εγκλήματα πολέμου αποτελούν κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), η προσπάθεια νομιμοποίησης τέτοιων εγκλημάτων (π.χ η αποδοχή παραμονής 50000 εποίκων μετά τη λύση του Κυπριακού), μέσω μιας Συνθήκης, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το Διεθνές Δίκαιο και έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα μιας τέτοιας Συνθήκης[17].

    Σε σχέση με τα ανθρωπιστικά δικαιώματα των εποίκων, πρέπει να τονιστούν ορισμένα σημεία. Η παρουσία τους στην Κύπρο αποτελεί ένα διαρκές έγκλημα πολέμου, το οποίο διαπράττεται, όμως, από την Τουρκία και όχι από τα ίδια τα άτομα. Έχει υποστηριχθεί η θέση πως όταν γίνονται γάμοι Τ/κ με εποίκους, ο έποικος νομιμοποιείται να παραμείνει στην Κύπρο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού διεφάνη ξεκάθαρα ανωτέρω ότι ο εποικισμός είναι μη θεραπεύσιμο έγκλημα πολέμου κι έτσι η παρανομία που εκπηγάζει από το ρηθέν έγκλημα εμποδίζει τη νομιμοποίηση της παραμονής οποιουδήποτε παντρεμένου, με γηγενή, εποίκου. Για γάμους μεταξύ εποίκων, επίσης δεν υπάρχει θέμα νομιμοποίησης. Για τα τέκνα που προκύπτουν από τέτοιους γάμους ισχύουν τα ίδια, αφού είναι παράγωγα μιας έκδηλης αντινομίας.

    Συχνά, οι υπέρμαχοι της παραμονής εποίκων στην Κύπρο επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 8 Ευρωπαϊκής Συνθήκης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και ότι τυχόν εκδίωξή τους θα παραβιάζει την ΕΣΔΑ. Ωστόσο, η ίδια η ΕΣΔΑ παρέχει δυνατότητα παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή, εφόσον αυτή γίνεται για να εμποδιστεί η διάπραξη αδικήματος και σε περίπτωση που τίθενται σε κίνδυνο τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων προσώπων[18]. Στην υπό κρίση υπόθεση της Κύπρου, έχουμε τη διαρκή διάπραξη του εγκλήματος του εποικισμού, που πρέπει να εμποδιστεί, όπως επίσης και την παραβίαση των δικαιωμάτων των Ελλήνων προσφύγων, καθώς γίνεται αντιληπτό ότι η παρουσία Τούρκων εποίκων καθιστά την επιστροφή των προσφύγων πολύ δύσκολη, έως αδύνατη[19].

    Ακόμη, σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη για στάθμιση δικαιωμάτων ανάμεσα σε Έλληνες πρόσφυγες και Τούρκους εποίκους, εκείνο που υπερισχύει είναι το δικαίωμα του πρόσφυγα να απολαύσει την ιδιοκτησία του, όπως προνοεί το εγχώριο και ευρωπαϊκό δίκαιο[20]. Οι έποικοι ουδέποτε απέκτησαν νομότυπα περιουσία στα κατεχόμενα, αλλά κατακρατούν παράνομα την περιουσία των Ελλήνων προσφύγων.

    Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να εξετάσουμε ποιας μεταχείρισης θα πρέπει να τύχουν οι έποικοι. Ως είναι γνωστό, η κατοχή εδάφους απαιτεί «αποτελεσματικό έλεγχο» της κατέχουσας δύναμης επ’ αυτού[21]. Πέραν της πλειάδας των ψηφισμάτων του ΟΗΕ σχετικά με τον «αποτελεσματικό έλεγχο» που ασκεί η Τουρκία στη βόρειο Κύπρο, το θέμα έχει αποκρυσταλλωθεί επαρκώς και από το ΕΔΑΔ[22]. Εντός της δικαιοδοσίας της κατέχουσας δύναμης, εκτός από το γηγενή πληθυσμό του κατεχόμενου εδάφους, εμπίπτουν και οι έποικοι. Ωστόσο, οι έποικοι δεν αποκτούν την ιδιότητα των «προστατευόμενων προσώπων» που παρέχει η 4η Συνθήκη της Γενεύης. Βεβαίως, δεν παύουν να είναι άνθρωποι και να έχουν δικαιώματα. Έτσι, λοιπόν, εκείνη που έχει την ευθύνη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εποίκων είναι η κατέχουσα δύναμη, υπό τη δικαιοδοσία της οποίας βρίσκονται οι άνθρωποι εκείνοι[23]. Συνεπακόλουθα, συνάγεται ότι η κατοχική δύναμη φέρει ευθύνη για την αποκατάσταση των εποίκων και μετά την αποχώρησή της από τα κατεχόμενα εδάφη. Εφόσον δεν είναι δυνατόν για τους εποίκους να αποκτήσουν νόμιμο δεσμό με το έδαφος όπου έχουν μεταφερθεί -εκτός αν αγοράσουν γη από τους νόμιμους ιδιοκτήτες- δε δύνανται και να έχουν οποιαδήποτε σχέση με το πολιτειακό καθεστώς που θα προκύψει μετά την αποχώρηση της κατέχουσας δύναμης. Παραμένουν υπήκοοι της κατέχουσας δύναμης, η οποία έχει την πλήρη ευθύνη να φροντίσει για τους πολίτες της. Η ρηθείσα υποχρέωση απορρέει από το νομικό δεσμό που υπάρχει μεταξύ πολίτη και κυρίαρχου κράτους, ο οποίος εκφράζεται, κυρίως, μέσω της ιθαγένειας.

    Ως προεξετέθη, λοιπόν, πιο πάνω, ο εποικισμός συνιστά σοβαρή παραβίαση των διεθνώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και, γενικότερα, του Διεθνούς Δικαίου. Ως έγκλημα πολέμου δεν υπόκειται σε παραγραφή και η προκύπτουσα παρανομία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με μονομερή διακήρυξη ούτε με διεθνή ή διμερή συνθήκη. Υπόλογοι για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού είναι η κατέχουσα δύναμη (κράτος) και οι συμμετέχοντες σε τέτοιες ενέργειες αξιωματούχοι της. Οι έποικοι, ως άτομα, δε φέρουν ευθύνη για τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Ωστόσο, η κυβέρνηση που θα αντικαταστήσει την κατέχουσα δύναμη δεν έχει καμιά υποχρέωση απέναντι στους εποίκους, παρά μόνο στους πολίτες της, των οποίων τα δικαιώματα πρέπει να αποκαταστήσει πλήρως. Το κράτος που μετέφερε παράνομα εποίκους στο έδαφος μιας άλλης, είναι υπόχρεο να τους μεταφέρει πίσω στη χώρα προέλευσής τους και να διασφαλίσει τα ανθρώπινά τους δικαιώματα.

    Παραπομπές:

    [1] UN Charter of the International Military Tribunal – Annex to the Agreement for the prosecution and punishment of the major war criminals of the European Axis (‘London Agreement’) (adopted 8 August 1945) art 6(b)

    [2] Geneva Convention Relative to the Protection of Civilian Persons in Time of War (adopted 12 August 1949, entered into force 21 October 1950) 75 UNTS 287 (ICRC) art 49(6)

    [3] Protocol Additional to the Geneva Conventions of 12 August 1949, and relating to the Protection of Victims of International Armed Conflicts (Protocol I), (adopted 8 June 1977, entry into force 7 December 1979) 1125 UNTS 3 (ICRC) art 85(4)(a) and (5)

    [4] Legal Consequences of the Construction of a Wall in the Occupied Palestinian Territory (Advisory Opinion) [2004] ICJ Rep 136 para 120

    [5] UNGA Rome Statute of the International Criminal Court (adopted 17 July 1998, entry into force 1 July 2002) UN Doc A/CONF. 183/9 art 8(2)(b)(viii)

    [6] UNGA Convention on the Non-Applicability of Statutory Limitations to War Crimes and Crimes Against Humanity (adopted 26 November 1968) UN Doc A/RES/2391(XXIII) art 1(a)

    [7] European Convention on the Non-Applicability of Statutory Limitations to Crimes Against Humanity and War Crimes (1974) art 1(2)(b)

    [8] UNGA Res 33/15 (9 November 1978) UN Doc A/RES/33/15; UNGA Res 34/30 (20 November 1979) UN Doc A/RES/34/30; UNGA Res 37/253 (13 May 1983) UN Doc A/RES/57/253

    [9] UNCHR Res 4 (XXXII) (27 February 1976) UN Doc E/CN.4/RES/4

    [10] UNCHR Res 1987/50 (11 March 1987) UN Doc E/CN.4/RES/1987/50

    [11] UNCHR Resolution of the Sub-Commission on Prevention of Discrimination and Protection of Minorities on its 35th session 1987/19 (2 September 1987) UN Doc E/CN.4/RES/1987/19

    [12] Council of Europe, Parliamentary Assembly, ‘Report on the Demographic Structure of Cyprus’ by Rapporteur Alfons Cuco (27 April 1992) Doc 6589 para 106

    [13] ibid paras 109 and 112

    [14] Council of Europe, Parliamentary Assembly, ‘Report on the Colonisation by Turkish settlers of the occupied part of Cyprus’ by Rapporteur Jaakko Laakso (2 May 2003) Doc 9799 paras 37 and 51

    [15] ibid paras 41-42

    [16] Νεοκλής Σαρρής, ‘Η άλλη πλευρά’ (Εκδόσεις Γραμμή, Αθήνα 1983) Τόμος Δεύτερος, Βιβλίο Α’ Ι, σσ. 274-308

    [17] UN Vienna Convention on the Law of Treaties (adopted 23 May 1969, entry into force 27 January 1980) 1155 UNTS 331 art 53

    [18] Council of Europe, European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (adopted 4 November 1950, entry into force 3 September 1953) ETS 5 art 8(2)

    [19] Ronen Y, ‘The Status of Settlers Implanted by Illegal Regimes under International Law’ (2008) International Law Forum of the Hebrew University of Jerusalem Law Faculty 65

    [20] Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 23ˑ Council of Europe, Protocol to the Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms as amended by Protocol 11 (adopted 20 March 1952, entry into force 1 November 1998) ETS 155 art 1

    [21] Yoram Dinstein, The International Law of Belligerent Occupation (Cambridge University Press 2009) 43

    [22] Loizidou v Turkey, App. No. 15318/89 (ECtHR, 18 December 1996) paras 56 and 57; Cyprus v Turkey, App. No. 25781/94 (ECtHR, 10 May 2001) paras 77, 78 and 80; Xenides-Arestis v. Turkey, App. No. 46347/99 (ECtHR, 22 December 2005) para 27

    [23] Dinstein (n 21) 130

    * Το παρόν άρθρο πρόκειται να δημοσιευθεί στο περιοδικό «Εθνικός Φάρος», τεύχος 6, έκδοση της ΠΕΟΦ Θεσσαλονίκης

    http://www.efylakas.com/archives/12513

  • Εποικισμός: έγκλημα σε βάρος της Κύπρου

    (Φλεβάρης 2009,
    του Δημήτρη Παλμύρη)
    Ο εποικισμός, ως μια από τις πιο σοβαρές και περίπλοκες πτυχές του κυπριακού, υπήρξε πάντοτε ένα από τα πιο ακανθώδη θέματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Έχει όμως σημασία να γνωρίζουμε τι ορίζεται πράγματι ως εποικισμός, πώς εφαρμόστηκε στην Κύπρο και πώς θα απαλλαγούμε απ’ αυτόν.
    Ο εποικισμός σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο (άρθρο 49 της συνθήκης της Γενεύης,1949), αποτελεί έγκλημα πολέμου. Δεν πρέπει να συγχέεται με τη μετανάστευση, νόμιμη ή «παράνομη», γιατί εδώ δεν πρόκειται για ανθρώπους που φεύγουν από την πατρίδα τους, λόγω των πολιτικών ή οικονομικών συνθηκών, προκειμένου να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Ο εποικισμός είναι η οργανωμένη και συστηματική μεταφορά πληθυσμού σε κατεχόμενο έδαφος από την κατοχική δύναμη, με σκοπό να ανατρέψει τη δημογραφία. Στον εποικισμό περιλαμβάνεται και η ενθάρρυνση ή συναίνεση από μέρους της κατοχικής δύναμης για εγκατάσταση πληθυσμού στην κατεχόμενη περιοχή. Εκτός από την Κύπρο, άλλες δύο περιπτώσεις καταγράφονται ως εποικισμός: ο εποικισμός των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών (Δυτική Όχθη, Αν. Ιερουσαλήμ) από το Ισραήλ και ο εποικισμός της κατεχόμενης από το Μαρόκο Δυτικής Σαχάρας.
    Στην Κύπρο, η πρώτη προσπάθεια εποικισμού από την Τουρκία, γίνεται αμέσως μετά την εισβολή, με την παραμονή Τούρκων στρατιωτικών που έλαβαν μέρος σ’ αυτή, καθώς και των οικογενειών τους. Από το 1975 και μετά, ακολουθεί η οργανωμένη και μαζική μορφή εποικισμού, όπου μεταφέρονται μαζικά πληθυσμοί εποίκων, οι πλείστοι από την Ανατολία, μια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Τουρκίας, γεγονός που τους καθιστούσε ευάλωτους στον πολιτικό έλεγχο του σοβινιστικού κατοχικού καθεστώτος.
    Η Τουρκία προχώρησε στην πολιτική του εποικισμού, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο στην αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα και της πληθυσμιακής ισορροπίας στο νησί, έτσι ώστε να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα που θα εμποδίζουν μια δίκαιη λύση. Το εθνικό ξεκαθάρισμα της κατεχόμενης περιοχής και η μαζική μεταφορά Τούρκων από την Τουρκία, σε συνδυασμό με την εκδίωξη των Ε/κ από την περιοχή, την καταστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς, χριστιανικών μνημείων και την παράνομη αλλαγή των τοπωνυμίων, εντάσσονται στο νατοϊκό σχεδιασμό για διχοτόμηση της Κύπρου.
    Η συνεχιζόμενη εισροή και παραμονή των εποίκων στο νησί, εδραιώνει την παρουσία τους και δημιουργεί εμπόδια στην επίλυση του κυπριακού, αφού έτσι η Τουρκία επιχειρεί να «τεκμηριώσει» τις απαράδεκτες απαιτήσεις της έναντι της ε/κ κοινότητας στη συνταγματική πτυχή του κυπριακού. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό και με τη διαρκή συμμετοχή των εποίκων στις πολιτικές ζυμώσεις στα κατεχόμενα, είτε συμμετέχοντας σε τ/κ κόμματα ή σε ξεχωριστά δικά τους, η Τουρκία προσπαθεί να θέσει υπό έλεγχο της την πολιτική ζωή στα κατεχόμενα και να εξαναγκάσει την τ/κ ηγεσία σε συμμόρφωση με τους στόχους της. Η ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των εποίκων στην οικονομική και πολιτική ζωή στα κατεχόμενα, δημιουργεί τον κίνδυνο να αλλοιωθεί ή να καθυποταχθεί στην Άγκυρα η πολιτική βούληση της τ/κ κοινότητας.
    Παρά τις προσπάθειες και το σχεδιασμό της Τουρκίας για να πετύχει μια τουρκική ομογενοποίηση στα κατεχόμενα στα πλαίσια του τουρκικού εθνικισμού, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι, αφού οι Τ/κ στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν συμβιβάστηκαν με τον εποικισμό. Η προσπάθεια της Τουρκίας απέτυχε, όχι λόγω της πολιτισμικής διαφοράς (ήθη, έθιμα, συνήθειες) των Τ/κ σε σχέση με τους έποικους, αλλά γιατί και οι Τ/κ αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική αυτή ζημίωνε την Κύπρο και τις προοπτικές για λύση. Οι έποικοι αποτέλεσαν τον κύριο όγκο των υποστηρικτών του Ντενκτάς και των σοβινιστών στα κατεχόμενα. Η δημιουργία μιας οικονομικής ελίτ εποίκων, φιλικά προσκείμενης προς το καθεστώς και η σκανδαλώδης παραχώρηση ε/κ περιουσιών και «υπηκοοτήτων» από το ψευδοκράτος σε αυτούς, δημιούργησε σοβαρές αντιπαραθέσεις μεταξύ Τ/κ και εποίκων. Οι Τ/κ νιώθουν να ασφυκτιούν μπροστά σε αυτή την κατάσταση και είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Τ/κ επιλέγουν τη μετανάστευση εκτός Κύπρου.
    Η Κυπριακή Δημοκρατία, από τα πρώτα στάδια του εποικισμού, διεκδικεί την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και την απομάκρυνση των εποίκων. Τον εποικισμό στην Κύπρο έχουν καταδικάσει τόσο τα Ηνωμένα Έθνη με σχετικά ψηφίσματα, όσο και το Συμβούλιο της Ευρώπης με τις εκθέσεις Κουκό (1992) και Λάακσο (2003), στα οποία καταδικάζονται οι ενέργειες που αλλάζουν τη δημογραφική δομή της Κύπρου και οι οποίες επηρεάζουν την εφαρμογή του δικαιώματος των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Είναι σημαντικό το ότι αναγνωρίζεται διεθνώς ότι στην κατεχόμενη Κύπρο έχουμε να κάνουμε με εποικισμό, ο οποίος δεν παραγράφεται και δεν νομιμοποιείται, όπως γίνεται υπό προϋποθέσεις στη μετανάστευση. Είναι γι’ αυτό που το ΑΚΕΛ κατήγγειλε ως ολίσθημα τη δήλωση το 1998 του τότε Προέδρου Κληρίδη, με την οποία κατονόμαζε τους έποικους ως «παράνομους μετανάστες», μετατρέποντας έτσι ένα έγκλημα πολέμου, σε θέμα μετανάστευσης. Αυτό βέβαια εντασσόταν στα πλαίσια της πολιτικής του «όλα στο τραπέζι» και του καλού παιδιού, που οδήγησε στο Σχέδιο Ανάν, με το οποίο παρέμεναν στο νησί σχεδόν όλοι οι έποικοι.
    Πέρα όμως από τη θέση αρχής έναντι του εποικισμού, οφείλουμε να αντικρίσουμε ορισμένες πραγματικότητες τις οποίες δημιούργησε η πάροδος του χρόνου και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την ανθρωπιστική πτυχή που δημιουργήθηκε. Μερίδα εποίκων στα χρόνια παρουσίας τους στο νησί, έχουν συνάψει γάμους με Τ/κ κι έχουν αποκτήσει παιδιά. Αυτή την πτυχή έλαβε υπόψη του το Εθνικό Συμβούλιο, αλλά και προηγούμενοι Πρόεδροι της Δημοκρατίας. Τόσο ο Γλ. Κληρίδης, όσο και ο Τ. Παπαδόπουλος, συμφώνησαν στην παραμονή ορισμένου αριθμού εποίκων, έτσι ώστε η λύση του κυπριακού να μην οδηγήσει σε προβλήματα διάλυσης οικογενειών. Αυτή την αλήθεια κι αυτή τη δέσμευση είπε ξεκάθαρα στον κυπριακό λαό ο Πρόεδρος Χριστόφιας, θέτοντας ταυτόχρονα ως ανώτατο όριο στην παραμονή εποίκων τις 50 χιλιάδες. Ως προς τι λοιπόν οι φωνές διαμαρτυρίας από ορισμένους, για μια πραγματικότητα η οποία είχε γίνει αποδεκτή και από Προέδρους που κι αυτοί στήριξαν.
    Ο χρόνος κυλά σε βάρος του λαού της Κύπρου, Ε/κ και Τ/κ και διαιωνίζει τα τετελεσμένα του εποικισμού και της κατοχής. Η εγκληματική πολιτική του εποικισμού που ακολουθεί η Τουρκία και όλες οι δυσμενείς συνέπειες της για τον κυπριακό λαό, θα σταματήσουν με τη λύση του κυπριακού κι όχι με τη μη λύση. Η κατοχή και η διαιώνιση της διαίρεσης είναι αυτή που αυξάνει τους έποικους στο νησί. Η θέση μας για την απομάκρυνση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εποίκων και του τερματισμού της πολιτικής αυτής, δεν έχει να κάνει με ρατσισμό, αλλά με τον αγώνα της Κύπρου για δικαίωση ενάντια στους διχοτομικούς στόχους της Τουρκίας και των αφεντικών της. Η ελπιδοφόρα διαδικασία που ξεκίνησε τον περασμένο Σεπτέμβρη με τις απευθείας συνομιλίες Χριστόφια – Ταλάτ, θα συναντήσει δυσκολίες κι αντιξοότητες -και στο θέμα των εποίκων – αλλά είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί, αν αλλάξει η τουρκική πολιτική, να οδηγήσει στην επανένωση.

    http://www.proodeftiki-athinas.gr/kipriako/9-diavaste-akomi/52-epikismos-egklima-se-baros-tis-kiprou.html