Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ Η ΑΡΧΉ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!!!

Η Γενετική Ιστορία των Κατοίκων της Ελλάδας: Το DNA των Ελλήνων

ΚΑΙΡΟΣ

O καιρός σήμερα

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ

25 Σεπτεμβρίου 1849 έφυγε από τη ζωή ο Νικηταράς, το λιοντάρι του 1821 – Οι ξενόδουλοι χαρτογιακάδες τον κατήντησαν επαίτη!

ο Νικηταράς, το λιοντάρι του 1821 Α

Ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος ή Νικήτας Σταματελόπουλος «έφυγε» σαν σήμερα το 1849, χωρίς να έχει αναγνωριστεί από το ελληνικό κράτος η προσφορά του.
Σαν σήμερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 έφυγε από τη ζωή ο ήρωας του ’21 Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ο Τουρκοφάγος.
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς (2 Ιανουαρίου 1787 – 25 Σεπτεμβρίου 1849) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός, ηγέτης στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα των Πισινών Χωριών του Μυστρά (σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας) , στους πρόποδες του Ταϋγέτου, 25 χλμ από την πόλη της Καλαμάτας όπως μας διηγείται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του που κατέγραψε ο Γ. Τερτσέτης.

Γονείς του ήταν ο Σταματέλος ονομαστός αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά (Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι προς το παρόν άγνωστο.
Από τα αδέλφια του γνωστά είναι : Ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816), και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.
Βιογραφία

Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα, βρήκε καταφύγιο στο Τουρκολέκα (όπου εκεί γεννήθηκε ο υιός του Γιάννης (1805) αδελφός του Νικηταρά που θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως “Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας”) και αργότερα πέρασε στην Ζάκυνθο.
Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει κατά του στρατού του Ναπολέοντα.
Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ.
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συντηρούσε δικό του Σώμα Ενόπλων με άνδρες που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Με την έκρηξη της Επανάστασης, στην πρώτη Μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 και 13 Μαΐου του 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι τον Απρίλιο). Ο Νικηταράς, που κρατούσε με 200 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 2.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του σ’ εκείνη τη Μάχη, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης.
“Νικηταρά – Νικηταρά πού ‘χεις στα πόδια σου φτερά και στην καρδιά ατσάλι”.
Όταν η Τρίπολη καταλήφθηκε από τους Έλληνες, δε ζήτησε κανένα λάφυρο για τον εαυτό του και όταν του πρόσφεραν ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το έκανε δώρο στην προσωρινή Κυβέρνηση.
Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ’ όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή.
Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, υφιστάμενος πανωλεθρία (26 – 28 Ιουλίου 1822).
Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.
Επί Καποδίστρια και Όθωνα ανήκε στο Κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων).
Η ελληνική Κυβέρνηση, φοβούμενη ότι το ρωσόφιλο Κόμμα επεδίωκε να αντικαταστήσει τον Βασιλιά Όθωνα με κάποιον Ρώσο Πρίγκιπα, συνέλαβε το Νικηταρά το 1839 και τον καταδίκασε, αν και παντελώς αθώο, σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση, την οποία εξέτισε στις φυλακές της Αίγινας.
Όταν αποφυλακίστηκε, ή υγεία του ήταν εξασθενημένη από τα βασανιστήρια που υπέστη κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του. Έπασχε από ζάχαρο χωρίς να το γνωρίζει, με αποτέλεσμα να χάσει σε μεγάλο βαθμό την όρασή του. Βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, το οποίο του αρνήθηκε μια αξιοπρεπή σύνταξη ώστε να ζει αυτός και η οικογένειά του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε “άδεια επαιτείας” στον χώρο όπου υπάρχει σήμερα ο ναός της Ευαγγελίστριας.
Το 1843, όταν ο Βασιλιάς Όθωνας αναγκάστηκε να δώσει Σύνταγμα στην Ελλάδα, οπότε του απονεμήθηκε ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη. Απεβίωσε το 1849 σε ηλικία 61 ετών. Τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στο Κολοκοτρώνη.
Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον υπέρ Ανεξαρτησίας των Ελλήνων αγώνα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους έλαβε τις παρακάτω τιμητικές διακρίσεις:
1. Το 1834 του απονέμεται ο βαθμός του Συνταγματάρχη του Τακτικού Στρατού και διορίζεται Στρατιωτικός Νομοεπιθεωρητής
2. Στις 18 (30) Σεπτεμβρίου 1835 εγκρίθηκε η απονομή του Αργύρου σταυρού του Αγώνα (Αργυρού Αριστείου). Το σχετικό δίπλωμα υπογράφηκε από τη Βασίλισσα Αμαλία και τέθηκε η ανάγλυφη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα, στις 20 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου) 1836. Το Πρωτότυπο του Διπλώματος φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των οποίων αποτελεί ιδιοκτησία.
3. Στις 23 Ιανουαρίου 1835 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /23-1-1835 , τιμήθηκε με το (Χρυσό) Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος.
4. Την 1 Ιανουαρίου 1838 με Β. Δ. το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. / 1 Α /1-1-1838 τιμήθηκε με το (Χρυσό) Σταυρό των Ανωτέρων Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος.
5. Το 1843 προάγεται από Συνταγματάρχης σε Υποστράτηγο (τότε δεν υπήρχε ο ενδιάμεσος Βαθμός του Ταξιάρχου).
6. Το 1847 διορίστηκε Γερουσιαστής.
Πηγή: wikipedia

…………………………….

Τερτσέτης – Πολυζωίδης: Παντοτινοί “φάροι” της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

«Ποιος είσαι εσύ ώ επίτροπε που ήρθες στη χώρα μας να μας δικάσεις;

Είσαι αλλόεθνος.

Και για να είσαι αλλόεθνος δεν μπορεί να είσαι δίκαιος.

Δεν μπορείς να δικάσεις Έλληνες».

Ξέρεις να λες Ελλάδα στα ελληνικά, μα τίποτε δε νοιώθεις απ’ ό,τι σπουδαίο, μεγάλο και αιώνιο κρύβει τούτη η λέξη στα σπλάγχνα της.

Κατάλαβες τη θέση του εισαγγελέα σε ελληνικό δικαστήριο αλλά δεν έχεις θέση στην ελληνική δικαιοσύνη Επίτροπε. Είσαι εκτός φύσει και θέσει.

Θέλεις να δικάσεις Έλληνες με τον πατριωτισμό του Εγγλέζου.

Ο εθνισμός μας, ώ επίτροπε, είναι θεμελιωμένος στα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων που θυσιάστηκαν εις τον αγώνα.

Θα ήταν κατάρα Θεού αν εμείς την ημέρα εκείνη της δίκης το ξεχνούσαμε αυτό».

Με αυτά τα λόγια ο «αιώνιος» Έλληνας δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης, άρχισε την αγόρευσή του ως κατηγορούμενος, στο δικαστήριο που παραπέμφθηκε μαζί με τον Πρόεδρο Αναστάσιο Πολυζωίδη για την απείθειά τους στις διαταγές των ξένων.

Των ξένων που ζητούσαν από το δικαστήριο να επιβάλει τη θανατική ποινή στο «Γέρο του Μοριά» και τον Δημήτριο Πλαπούτα, «σε εκείνη τη δίκη».

Εκείνη την ιστορική δίκη, που ξεκίνησε στις 16 Απριλίου του 1834 στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νεοσύστατου τότε Ελληνικού Κράτους και έμεινε στην αιωνιότητα για να παραδειγματίζει με το «σκότος» της και να φωτίζει με τα οράματά της το νεότερο Ελληνισμό.

Εκείνη τη δίκη, όπου στο πρόσωπο του Εθνάρχη Κολοκοτρώνη, δικάστηκε και καταδικάστηκε ένα ολόκληρο έθνος.

Η ποινή βαριά και την εκτίουμε όλοι μας μέχρι σήμερα:

το νεοσύστατο ελληνικό κράτος  έγινε ένα ψευτορωμαίικο που «τρώει τα παιδιά του».

Η αληθινή και αιώνια Ελλάδα, έμεινε όνειρο στις καρδιές των νεοσκλαβωμένων Ελλήνων Ένα όνειρο που περιμένει μια νέα αυγή, του Ελληνισμού να το κάνει πραγματικότητα.

Έτσι βγήκε αληθινή η προφητεία του μεγάλου αγίου και εθνομάρτυρα της ρωμιοσύνης Κοσμά του Αιτωλού, ότι στην πορεία προς τη λευτεριά: «…

θα έρθει πρώτα ένα ψευτορωμαίικο, να μην το πιστέψετε».

Εννοώντας το κράτος που πριν ακόμη γευθεί την ελευθερία του από την τουρκική βαρβαρότητα, επρόκειτο να υποδουλωθεί σε έναν καινούριο, εξ’ ίσου βάρβαρο και τυραννικό αφέντη.

Αυτόν που εννοούσε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφοντας:

«…Παληόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια,

εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια

Δε νιώθεις πως τους σχαίνομαι!

Όλην αυτήν την ψώρα,

οπώρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα;»

Έτσι έγινε και πέρασαν οι Έλληνες, απ’ τη μαυρίλα της τουρκοκρατίας και τις προδοσίες των «Νενέκων» που τη στήριζαν, στην «σφαίρα επιρροής» των «συμμάχων της Δύσης».

Στο θανατερό δηλαδή αγκάλιασμα της «πεφωτισμένης Εσπερίας» και των νεοραγιάδων συμπατριωτών μας, που οι ξένοι όρισαν για να μας διαφεντεύουν, βάναυσα, τυραννικά και απολύτως παράνομα, όπως τότε.

Ήταν η δίκη στην οποία παραπέμφθηκε ο μέγιστος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά τη «στημένη» (όπως ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ομολόγησε αργότερα) από τους Φράγκους και τους Άγγλους, δολοφονία του μεγάλου κυβερνήτη (αλλά φιλορώσου) Ιωάννη Καποδίστρια.

Μια δίκη που αποτέλεσε τη χαριστική βολή στο «σώμα» του ψυχορραγούντος Ελληνισμού.

Η τελευταία πράξη του δράματος που έριξε την «αυλαία» του ανελέητου κυνηγητού και της εξόντωσης των ηρώων του ’21, στην οποία προχώρησε η «κυβέρνηση της Ελλάδος» υπό την καθοδήγηση των ξένων «φίλων» μας.

Στόχος συκοφαντιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων ο Κολοκοτρώνης και κυρίως του Ι. Κωλέττη, με τη σύμφωνη γνώμη της βαυαρικής αντιβασιλείας (ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος), φυλακίσθηκε αρχικά για να παραπεμφθεί σε δίκη στη συνέχεια με βαρύτατες κατηγορίες.

Πραγματική αιτία των διώξεων η φιλοκαποδιστριακή του στάση και ο φιλορωσικός του προσανατολισμός.

Αμάρτησε γιατί τόλμησε να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει Ελλάδα καλύτερη από αυτή που μας «σέρβιρε» η Δύση.

Σήμερα οπωσδήποτε θα χαρακτηριζόταν φασίστας και νεοναζί, όμως τότε δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη αυτοί οι όροι τεχνητής δαιμονοποίησης των αντιφρονούντων του συστήματος, οπότε αρκέστηκαν στο ίδιο μεν με τα σημερινά κατηγορητήρια, αλλά χωρίς τέτοιους χαρακτηρισμούς.

Ήθελαν, λέει, να ανατρέψουν τον ανήλικο Όθωνα, και να επιβάλουν τη δική τους καταστροφική τάξη πραγμάτων.

Κάτι ας πούμε ανάλογο με αυτό που εννοούσε τότε, η νυν περιφερειάρχης Ρένα Δούρου, όταν στριγγλίζοντας υστερικά στη γνωστή τηλεοπτική εκπομπή έλεγε: «… αν έλθει στην εξουσία η Χρυσή Αυγή, θα πάει τη Χώρα πεντακόσια χρόνια πίσω».

Βλέπετε οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι μεθοδεύσεις και τα επιχειρήματα μένουν πάντα εκπληκτικά αναλλοίωτα.

Ποιοί έφεραν την Χώρα πίσω??

Οι δοσίλογοι πολιτικοί και προδότες του Ελληνισμού.

Ποιες ήταν οι κατηγορίες της αισχρής σκευωρίας;

  1. Οι κατηγορούμενοι ήταν αρχηγοί συνωμοσίας που απέβλεπε να προσβάλει την ασφάλεια του κράτους και να καταργήσει το πολίτευμα.

  1. Για την παράλυση της εξουσίας παρακίνησαν διάφορους αρχιληστές σε ληστεία.

  1. Ενήργησαν μυστικές συνεδριάσεις για την ανατροπή των μελών της αντιβασιλείας.

  1. Υπέγραψαν αναφορά προς ξένη δύναμη (Ρωσία) για την κατάργηση της αντιβασιλείας.

Η ποινή για τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα ήταν θανατική εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24 ωρών.

Στο άκουσμά της ο πρώτος σταυροκοπήθηκε, ο δεύτερος αναλύθηκε σε λυγμούς.

Το ακροατήριο έμεινε άναυδο.

«Άδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ…», ψιθύρισε στον Κολοκοτρώνη ένα από τα παλικάρια του, που του συμπαραστεκόταν.

Η Ιστορία δεν έγραψε το όνομά του.

Όμως κατέγραψε την απάντηση που έδωσε ο αγέρωχος πολέμαρχος:

«Γι’ αυτό λυπάσαι;

Καλύτερα να σε σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια!».

Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης καταγόμενος από το Μελένικο Σερρών, Μακεδόνας.

Μέλη του δικαστηρίου ο εκ Ζακύνθου Γεώργιος Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Α. Βούλγαρης και ο Φ. Φραγκούλης.

Ο αντιβασιλέας Μάουερ είχε εκ των προτέρων αποφασίσει να πάρει τα κεφάλια των δύο ηρώων.

Για την «ευόδωση» των σκοπών του χρησιμοποίησε τον υπουργό Δικαιοσύνης Κ. Σχινά και τον εισαγγελέα της έδρας, τον άγγλο Εδουάρδο Μάσoν.

Όταν η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Πολυζωίδης ως πρόεδρος κάλεσε το δικαστήριο σε διάσκεψη.

Ο Μάουερ ήθελε να τελειώσει με συνοπτικές διαδικασίες η διάσκεψη.

Όμως ο Πολυζωίδης είχε σχηματσει ακλόνητη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι.

Πρώτος λοιπόν πήρε τον λόγο ο Τερτσέτης και μίλησε για την αθωότητα των δύο πολέμαρχων.

Ο Σούτσος που ήταν γαμπρός του Σχινά, ψήφισε υπέρ της καταδίκης σε θάνατο.

Το ίδιο και οι Βούλγαρης, Φραγκούλης.

Μέχρι στα γόνατά τους έπεσαν ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης για να τους μεταπείσουν.

Οι επίορκοι δικαστές έσπευσαν στον υπουργό Δικαιοσύνης για να δουν τι θα κάνουν.

Αυτός έγινε έξαλλος.

Τους διέταξε να επιστρέψουν στην αίθουσα συσκέψεων.

Ταυτόχρονα έστειλε αστυνομικούς κλητήρες για να φέρουν πίσω τους δύο αντιρρησίες, που στο μεταξύ είχαν γυρίσει στα σπίτια τους.

Ο Σχινάς συνεννοείται με τον Μάουερ.

Σπεύδει με την επίσημη στολή του στο δικαστήριο και διατάσσει τους δύο διαφωνούντες να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη.

«Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει.

«Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!», απαντά ο Πολυζωίδης.

«Δεν θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης».

Έξαλλος ο υπουργός Δικαιοσύνης παραγγέλλει στους αστυνομικούς κλητήρες να χρησιμοποιήσουν τις ξιφολόγχες για να σύρουν τους δύο νομικούς στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Οι χωροφύλακες εκτελούν την εντολή, τους χτυπούν, τους σκίζουν τα ρούχα.

Την απόφαση διάβασε ο Σούτσος, ενώ ο Πολυζωίδης κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στις παλάμες του.

Η απόφαση προκάλεσε μεγάλο σάλο.

Λίγες ώρες αργότερα η βαυαρική αντιβασιλεία, μπροστά στην ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια υποχρεώθηκε να μετατρέψει την ποινή σε είκοσι χρόνια κάθειρξη.

Ένα χρόνο μετά  ο Όθωνας με  την ενηλικίωσή του, τους έδωσε χάρη.

Στα απομνημονεύματά του, που διηγήθηκε στον Τερτσέτη ο Κολοκοτρώνης, αναφέρει με πόνο:

«Μ’ έβαλαν εννέα μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακά μου.

Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, ποιον άλλον έχουν φυλακισμένο.

Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν φυλακισμένο.

Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες».

Ο δικαστής λοιπόν Γεώργιος Τερτσέτης, ένας μορφωμένος και νομομαθής «ποπολάρος» από τη Ζάκυνθο, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, που πολέμησε εθελοντικά εναντίον των τούρκων στις μάχες της Ρούμελης επί Καποδίστρια, προσωπικός φίλος του Διονυσίου Σολωμού και του Μάρκου Μπότσαρη˙ και ο ψυχωμένος Μακεδόνας Αναστάσιος Πολυζωίδης, Πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου, από το Μελένικο Σερρών, που κι αυτός είχε πολεμήσει σκληρά εναντίον των τούρκων πολιορκητών του Μεσολογγίου, επέπρωτο να σώσουν την τιμή  και την υπόληψη της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

Οι δυο άτεγκτοι δικαστές, ήταν άνθρωποι που από πολιτικής σκοπιάς αποδεδειγμένα άνηκαν σε άλλο χώρο από τον Κολοκοτρώνη, αφού ήταν φιλοβασιλικοί, δεν ήταν φιλορώσοι και διαφωνούσαν με τον Καποδίστρια.

Δεν εννοούσαν όμως σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους για να υπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες.

Αυτοί λοιπόν οι δυο άνθρωποι, οι οποίοι ασφαλώς δεν ήταν οπαδοί του «πολιτικά εφικτού», αλλά του «ανέφικτου», οι οποίοι υπήρξαν δυο ρομαντικοί  οραματιστές που έβαλαν στόχο της ζωής τους να «φυλάγουν Θερμοπύλες», έμελλε να σώσουν όχι μόνο την τιμή της Δικαιοσύνη, αλλά και τη ζωή του μεγάλου ήρωα, που μαζί με τον Μέγα Αλέξανδρο, έχουν καταχωρισθεί στην συνείδηση του έθνους ως οι μέγιστοι των Ελλήνων.

Όσο απίστευτο όμως κι αν ακούγεται, βρέθηκαν Έλληνες το γένος και όχι αλλοεθνείς όπως ο Εδουάρδος Μάσον, να ευθυγραμμιστούν με τις εντολές ξένων και να επιδιώξουν μανιασμένα το θάνατο του μεγάλου ήρωα, με τις άθλιες αυτές κατηγορίες και με ψευδομάρτυρες.

Ας τους ακολουθεί το αιώνιο ανάθεμα κι ας μείνουν οι δακτυλοδεικτούμενοι  προδότες της ιστορίας.

Όμως δυστυχώς το αποτέλεσμα της εσχάτης προδοσίας που διέπραξαν συνεχίζει να παραμένει ενεργό.

Το  ψευτορωμαίικο που θεμελιώθηκε με τη δική τους ελεεινή συνδρομή συνεχίζει να ταλανίζει τον Ελληνισμό ακόμη και σήμερα.

Συνεχίζει να διαιωνίζει την ξένη κυριαρχία και κατοχή στον τόπο μας, με την «παρέλαση» των νεο-νενέκων στις πολιτικές ηγεσίες των κομμάτων και των κυβερνήσεων της χώρας μας να υπηρετούν τους απογόνους των αφεντικών της Δύσης.

Για μια ακόμη φορά τα φαντάσματα των Μάουερ – Σχινά – Μάσον ξαναζωντανεύουν στα πρόσωπα των σημερινών θεσμικών τους απογόνων και ξαναχτυπούν με τον ίδιο ανίερο και προδοτικό για το έθνος τρόπο τη φωνή του εθνικισμού και τους νόμιμα εκλεγμένους εκπροσώπους του.

Είναι χρέος τιμής προς τους ήρωες που πότισαν την ελληνική γη με το αίμα τους, όχι απλώς να κρατήσουμε γερά στα χέρια μας τη «σκυτάλη» της ιστορίας που μας παρέδωσαν, αλλά να κάνουμε πράξη σήμερα αυτό που δεν κατόρθωσαν αυτοί τότε, γιατί τους εμπόδισαν τα «θηρία» της εποχής: να αποτινάξουμε από πάνω μας τη γάγγραινα της δουλείας και να ξανακάνουμε το ψευτορωμαίικο, την  Ελλάδα των ονείρων μας που τόσες γενιές Ελλήνων οραματίστηκαν.

Σπουδαία παρακαταθήκη, αλλά και κληρονομιά βαριά σαν κατάρα αφήνει το πνεύμα και το έργο των δυο «αιώνιων» δικαστών Τερτσέτη και Πολυζωίδη στην Ελληνική Δικαιοσύνη.

Ας εμπνευστούν από τον ηρωισμό τους, ας παραδειγματισθούν κι ας πάρουν θάρρος από την ιστορική τους δικαίωση οι σημερινοί δικαστές.

Είναι πραγματικά μεγάλο το φορτίο που πρέπει να σηκώσουν, αλλά η μοίρα το έφερε να υπερασπιστούν όχι μόνον το ιερό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου στη δίκαιη και ίση μεταχείριση, αλλά την τύχη, την τιμή και την υπόληψη ολόκληρου του Έθνους.

Μπορούν να είναι βέβαιοι ότι αν τιμήσουν τον όρκο τους, όλοι οι έντιμοι Έλληνες θα εκτιμήσουν τον ηρωισμό τους και οι μέλλουσες γενιές θα τους ευγνωμονούν.

Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω στη μνήμη των παντοτινών «φάρων» της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά και τους άξιους σημερινούς συνεχιστές του έργου τους, που ακράδαντα πιστεύω ότι υπάρχουν και σύντομα θα αναδειχθούν, είναι να τους αφιερώσω ταπεινά λίγους στίχους από τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

ποτέ από το χρέος μη κινούντες˙

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία˙

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι ότανείναι πτωχοί, παλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε˙

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.