Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ Η ΑΡΧΉ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!!!

Η Γενετική Ιστορία των Κατοίκων της Ελλάδας: Το DNA των Ελλήνων

ΚΑΙΡΟΣ

O καιρός σήμερα

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ

Ιερά Οδός: Ο μοναδικός δρόμος της πολιτισμένης ανθρωπότητας!!!

Ιερά Οδός

«Ανοιξε» η αρχαία Ιερά Οδό στο Αιγαλεο

Όλα τα έργα και οι αποφάσεις για την  αρχαία Ιερά Οδό έρχονται σε πλήρη αντίθεση:

Με το Σύνταγμα, άρθρο 24,

Ιδιαίτερη πρόσκληση απευθύνουμε:

1  Στο Σύλλογο των Ελλήνων Αρχαιολόγων,

2  Στο Ελληνικό και στο Παγκόσμιο ICOMOS,

3  Στα Ελληνικά και αλλοδαπά Πανεπιστήμια που έχουν τμήματα ελληνικών σπουδών,

4  Στους Πολιτιστικούς, Εκπαιδευτικούς, Οικολογικούς κ.ά. συλλόγους

5 Στον διεθνη οργανισμό της ΟΥΝΕΣΚΟ – UNESCO

Με το νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας Αττικής, Απρίλιος 2014,

Με την τοπική κοινωνία (αντιδράσεις συλλόγων και φορέων της Δυτικής Αθήνας)

Με την ομόφωνη απόφαση του Δημ. Συμβούλιου  Χαϊδαρίου (αρ.160, 4.7.2013)

Με το κοινό αίσθημα και τις ιστορικές και τις πολιτιστικές παραδόσεις του Ελληνικού λαού.

 Με αφορμή την 18η Απριλίου, Παγκόσμια Ημέρα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ο ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ. Χαϊδαρίου (και όχι μόνο αυτός ο σύλλογος) ζητά:

  1. Την ανάδειξη της αρχαίας Ιεράς οδού, και τον χαρακτηρισμό της, ως «αρχαιολογικό χώρο», καθώς αποτελεί σημαντική ιστορική πολιτιστική κληρονομιά όχι μόνο της Δυτικής Αθήνας, αλλά ολόκληρου του Ελληνικού λαού, της Ευρώπης και όλου του Κόσμου.

  2. Τη διακοπή οποιοδήποτε ενεργειών, δρομολογήσεων, απαιτήσεων για την κατάχωση του Ιστορικού τμήματος της αρχαίας Ιεράς Οδού, στο ύψος του Σκαραμαγκά (Copa Copana)

Ζητάμε την άμεση επέμβαση για την διάσωση της Ιεράς Οδού – Βοτανικού – Ελαιωνα, διοτι δεν καταχώνονται, καταστρεφονται, κλέβονται μοναδικά αρχαία ιερά των Ελλήνων και κληρονομιά όλης της ανθρωπότητος!

Στα αρχαία χρόνια, ακολουθώντας κανείς την Ιερά Οδό που οδηγούσε στην Ελευσίνα, έφτανε στην ειδυλλιακή καταπράσινη  περιοχή.

Εκεί που βρίσκεται σήμερα το περιφραγμένο κάποτε γέρικο ελαιόδενδρο, «η ελιά του Πλάτωνα», υπήρχε σεβάσμιο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου συλλατρεύονταν η Αθηνά Μορία, προστάτρια των λιόδενδρων, ο Ποσειδώνας Φυτάλμιος, προστάτης της βλάστησης Εκεί φύτρωνε και η ιερή συκιά, το δένδρο που η θεά Δήμητρα φανέρωσε για πρώτη φορά στον Φύταλμο, που τη φιλοξένησε.

Η σημερινή Ιερά Οδός την διέσχιζε κανείς περνώντας πάνω από την περίφημη γέφυρα των «γεφυρισμών», του Κηφισού, όπου ακούγονταν τα αμοιβαία σκωπτικά πειράγματα ανάμεσα στους συμμετέχοντες στη μεγάλη πομπή των Ελευσινίων.

Η γέφυρα ήταν έργο του Ρόδιου αρχιτέκτονα Ξενοκλή, που είχε μετοικήσει από τη Λίνδο στην Αθήνα.

Οι έφηβοι με την ενηλικίωση συνήθιζαν να αφιερώνουν τα μαλλιά τους στον Κηφισό, όπως ο Αχιλλέας που είχε τάξει την κόμη του στο Σπερχειό, ποταμό της ιδιαίτερης πατρίδας του!

Όσο αναφέρομε στην διαχρονική ιερότητα της Ιεράς Οδού ανακαλύπτω το ανθελληνικό και προδοτικό έγκλημα!

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τόσο εντός του Βοτανικού Κήπου Διομήδους, όσο και στο ΨΝΑ Δρομοκαΐτειο, στην ευρύτερη περιοχή της Μονής και του Άλσους Δαφνίου, στο λόφο της Ηχούς, εντός του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου (Ιερά Οδός 75 στην περιοχή Ελαιώνας), υπάρχουν όχι μόνο ίχνη της αρχαίας Ιεράς Οδού (τα οποία σκεπάζονται όταν ανακαλύπτονται, «διασώζονται με κατάχωση»), αλλά και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα.

Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η βούληση να ανασκαφούν οι ανωτέρω περιοχές και να αναδειχθούν.

………………………….

O Ελαιώνας αποτελεί ίσως το πιο ιδιόμορφο αστικό τοπίο στην καρδιά της Αθήνας, της πιο ιστορικής πρωτεύουσας του κόσμου.

Η νέα έκθεση του αεροδρομίου, «Πέριξ του Ελαιώνα, το Περιβόλι της Θεάς Αθηνάς», είναι μια σημαντική συνεργασία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών με το Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών:

Μέσα από τις μοναδικές φωτογραφίες του Ανδρέα Σμαραγδή, οι ταξιδιώτες και οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να περιηγηθούν στον τόπο όπου οι θεοί είχαν τον κήπο τους και το ναό τους, όπου όμως κατά τη διάρκεια κυρίως του 20ού αιώνα συντελέστηκε πλήρης μεταμόρφωση!

Η συνέχεια στον σύνδεσμο

. http://ieraodo.blogspot.gr/

……………………………………………

Το Ιερό της Ελευσίνας υπήρξε το κέντρο μιας πανάρχαιης θρησκευτικής λατρείας που διήρκεσε χιλιάδες χρόνια.

Το συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ μας ξεναγεί στον ιερό χώρο που συνδέεται με τη λατρεία της θεάς Δήμητρας και της Κόρης, αφηγείται το μύθο της Περσεφόνης και κάνει μια ιστορική αναδρομή στην πόλη της Ελευσίνας.

Στη συνέχεια, περιγράφει αναλυτικά τα Μικρά και τα Μεγάλα Μυστήρια, την Πομπή από την Ελευσίνα προς την Αθήνα, τις τελετουργικές πράξεις που συντελούνταν κατά την πολυήμερη διάρκεια των Μυστηρίων, καθώς και την περίφημη τελετή της μύησης.

Το επεισόδιο περιλαμβάνει πλάνα του αρχαιολογικού χώρου της Ελευσίνας και αρχαιολογικών ευρημάτων που σχετίζονται με τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Δείτε το ντοκιμαντέρ!

https://youtu.be/2ntGX1AgMJk

…………………………………….

ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ.: 18 Απριλίου 2014: Η Ελλάδα γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Πολιτιστικής Κληρονομιάς με την κατάχωση της αρχαίας Ιεράς Οδού

18 Απριλίου 2014:

Η Ελλάδα γιορτάζει  την Παγκόσμια Ημέρα Πολιτιστικής Κληρονομιάς με την κατάχωση της αρχαίας Ιεράς Οδού, του ιστορικότερου δρόμου της Ευρώπης!!!

«Πολλές φορές, ακολουθώντας την Ιερά Οδό από το Δαφνί προς τη θάλασσα, νόμισα πως τρελαίνομαι. (…) Δεν έπρεπε να κυλάμε με αμάξια στην Ιερά οδό, όπως σ” έναν αυτοκινητόδρομο τούτο είναι μια ιεροσυλία.

Έπρεπε να βαδίζουμε, να βαδίζουμε, όπως οι άνθρωποι των αλλοτινών καιρών, και ν” αφήνουμε όλο μας το είναι να πλημμυρίζει από φως.

Δεν βρίσκεται κανείς εδώ σ” έναν από τους μεγάλους δρόμους της χριστιανοσύνης.

Αυτό τον δρόμο τον χάραξαν πόδια παγανιστικά, πόδια ευλαβικά, πορευόμενα προς τη μύηση, προς την Ελευσίνα…».

(Χένρι Μίλερ, Φιλολογικές διαδρομές στην Ελλάδα 1939, ΠΑΤΑΚΗΣ).

Για την αρχαία Ιερά Οδό, το μοναδικό αρχαίο δρόμο με τοποσήματα, μήκους 21 χλμ, που συνέδεε  τον Κεραμεικό με την Ελευσίνα και τα Μυστήριά της, έχουν γραφτεί εκατοντάδες περιγραφές από Έλληνες και ξένους περιηγητές και χαρτογράφους, έχουν γίνει δεκάδες αναφορές και μελέτες, έρευνες σε επιστημονικές ημερίδες, διδακτορικά κ.λπ.

Από την Ιερά Οδό έχουν εμπνευστεί από την ιστορία, τους μύθους αλλά και από τα ίχνη της, δεκάδες συγγραφείς, καλλιτέχνες, ποιητές, σκηνοθέτες, φωτογράφοι κ.ά. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Παυσανίας, συνταγματάρχης Wiliam Martin Leake (1806), Σατωμπριάν (1806), Christopher Wordsworth (1839), Γουσταύος Φλωμπέρ (1851), Ferdinand Stademann (1853),  Kaupert «Karten von Attica – Χάρτες της Αττικής»» (1881-1903), Δημήτρης Καμπούρογλου, Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης, Ιωάννης Τραυλός, Ανδρέας Α. Παπαγιαννόπουλος–Παλιός, Κοσμάς Πολίτης (1930), Χένρι Μίλλερ (1939), Γεώργιος Θεοτοκάς, Άγγελος Σικελιανός, Δημήτρης Πικιώνης, Παύλος Μάτεσης, Νάσος Βαγενάς, Κωστούλα Μητροπούλου, Φίλιππος Κουτσαυτής κ.α.

Νεώτερες παρουσιάσεις για την Ιερά Οδό υπάρχουν σε πρόσφατες εκδόσεις και ιστορικά λευκώματα (Ιερά Οδός Αναζητώντας το ίχνος – Δήμος Αιγάλεω 2009, ΧΑΪΔΑΡΙ Συνάντηση με τον Ιστορία –Δήμος Χαϊδαρίου 2006, Χαϊδάρι Τόπος και Άνθρωποι – Κώστας Φωτεινάκης 2007) καθώς και σε διάφορα περιοδικά (π.χ. Αρχαιολογία).

Ιδιαίτερη μνεία κάνουμε στο βιβλίο «ΑΤΤΙΚΟΙ ΟΔΟΙ αρχαίοι δρόμοι της Αττικής»,  εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ 2010, επιμέλεια του Μανώλη Κορρέ.

Στο βιβλίο αυτό δύο ενεργοί αρχαιολόγοι στην αρμόδια Εφορεία του ΥΠΠΟΤ παρουσιάζουν αναλυτικά τα τμήματα της Ιεράς Οδού από τον Κεραμεικό  στο Δαφνί (η κα Ιωάννα Δρακωτού) και από το Δαφνί στην Ελευσίνα (η κα Πόπη Παπαγγελή).

Παρ΄ όλη την βαρύτητα της ιστορίας, την πλούσια επιστημονική καταγραφή της Ιεράς Οδού σε δεκάδες Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας (ΠΑΕ), αποφασίζεται ανερυθρίαστα με δύο Υπουργικές υπογραφές η κατάχωση ενός μεγάλου τμήματος της Ιεράς Οδού το οποίο βρίσκεται λίγα μέτρα μετά το Ιερό της Αφροδίτης και λίγα μέτρα πριν την αρχαία Λίμνη των Ρειτών (σημερινή Λίμνη Κουμουνδούρου). Οι Υπουργικές Αποφάσεις είναι οι εξής:

  • ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ03/78879/3589) του κ. Γερουλάνου, (18 Αυγούστου 2011),

  • ΓΓΠ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΑΧ/Φ03/46710/21472/3133) του κ. Τζαβάρα, (03 Απριλίου 2013,) σύμφωνα με όσα αναλυτικότερα αναφέρονται στην εισήγηση.

Όλα τα έργα και οι αποφάσεις για την  αρχαία Ιερά Οδό έρχονται σε πλήρη αντίθεση:

Με το Σύνταγμα, άρθρο 24,

Με το νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας Αττικής, Απρίλιος 2014,

Με την τοπική κοινωνία (αντιδράσεις συλλόγων και φορέων της Δυτικής Αθήνας)

Με την ομόφωνη απόφαση του Δημ. Συμβούλιου  Χαϊδαρίου (αρ.160, 4.7.2013)

Με το κοινό αίσθημα και τις ιστορικές και τις πολιτιστικές παραδόσεις του Ελληνικού λαού.

 Με αφορμή την 18η Απριλίου, Παγκόσμια Ημέρα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ο ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ. Χαϊδαρίου (και όχι μόνο αυτός ο σύλλογος) ζητά:

  1. Την ανάδειξη της αρχαίας Ιεράς οδού, και τον χαρακτηρισμό της, ως «αρχαιολογικό χώρο», καθώς αποτελεί σημαντική ιστορική πολιτιστική κληρονομιά όχι μόνο της Δυτικής Αθήνας, αλλά ολόκληρου του Ελληνικού λαού, της Ευρώπης και όλου του Κόσμου.

  2. Τη διακοπή οποιοδήποτε ενεργειών, δρομολογήσεων, απαιτήσεων για την κατάχωση του Ιστορικού τμήματος της αρχαίας Ιεράς Οδού, στο ύψος του Σκαραμαγκά (Copa Copana)

Ιδιαίτερη πρόσκληση απευθύνουμε:

ü  Στο Σύλλογο των Ελλήνων Αρχαιολόγων,

ü  Στο Ελληνικό και στο Παγκόσμιο ICOMOS,

ü  Στα Ελληνικά και αλλοδαπά Πανεπιστήμια που έχουν τμήματα ελληνικών σπουδών,

ü  Στους Πολιτιστικούς, Εκπαιδευτικούς, Οικολογικούς κ.ά. συλλόγους

Να απαιτήσουμε από κοινού τη διάσωση και την ανάδειξη της αρχαίας Ιεράς Οδού ξεκινώντας από το τμήμα εκείνο που οι δύο Υπουργοί έχουν αποφασίσει να καταχώσουν.

————————————

Διαθέσιμα συνοδευτικά:

Α) Πρόταση προς το Δημοτικό Συμβούλιο Χαϊδαρίου – ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ. Χαϊδαρίου και Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Β) Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Χαϊδαρίου.

Γ) Ανακοίνωση φορέων

Δ) Ανακοίνωση ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ.

http://xpolis.blogspot.gr/2014/04/18-2014.html

………………………………………………

Η Ιερά Οδός στον Κεραμεικό»

O Κεραμεικός χωρίστηκε στα δύο με την ανέγερση του Θεμιστόκλειου Τείχους

Αν και κατασκευάστηκε βιαστικά το 478 π.Χ., αμέσως μετά την αποχώρηση των Περσών και υπό την απειλή της επίθεσης των Σπαρτιατών, το τμήμα του Θεμιστόκλειου Τείχους που διατρέχει τον Κεραμεικό περιλάμβανε δύο μνημειώδη πυλαία οικοδομήματα, από όπου διέρχονταν οι μεγάλοι δρόμοι της αρχαίας πόλης: το περίφημο Δίπυλον, σημείο αφετηρίας της πομπής των Παναθηναίων, και την Ιερά Πύλη, από όπου εγκατέλειπε την αστική περιοχή ο ποταμός Ηριδανός και ξεκινούσε η Ιερά Οδός με κατάληξη την Ελευσίνα.

Σήμερα, η προέκταση της Ιεράς Οδού σώζεται εντός του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού, είναι όμως «αόρατη» για τους επισκέπτες, καθώς το συγκεκριμένο, μικρό τμήμα του χώρου στην πλευρά της οδού Ερμού δεν έχει ακόμα ανασκαφεί.

http://ieraodo.blogspot.gr/

………………………………………………………….

Αυτή είναι σήμερα η αρχαιολογική υπηρεσία, υποχείρια των ανθελλήνων και Εβραίων!

Η κατάχωση του τρίτου τμήματος της Ιεράς Οδού στο Χαϊδάρι είναι αποτέλεσμα της απαξίωσης του πολιτισμού και της ιστορίας

Δει δη χρημάτων

Πριν από κάμποσα χρόνια, κατά τη διαμόρφωση του χώρου στάθμευσης του Πάρκου Αναψυχής Χαϊδαρίου στου Σκαραμαγκά βρέθηκε ένα τμήμα της αρχαίας Ιεράς Οδού που ένωνε την Αθήνα με την Ελευσίνα.

Οι αρχαιολόγοι έκαναν το καθήκον τους. Ερεύνησαν πλήρως τον αρχαίο δρόμο και εισηγήθηκαν στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο την ανάδειξή του σε όλο του το πλάτος και σε μήκος 140 μέτρων.

 Ενα τμήμα του δρόμου που σωζόταν αποσπασματικά, σύμφωνα με την ομόφωνη απόφαση του ΚΑΣ (Αύγουστος 2011), θα καταχωνόταν. Ωστόσο, όταν μιλούσε για ανάδειξη του αρχαίου η Αρχαιολογική Υπηρεσία εννοούσε πως το κόστος αυτού του αρχαιολογικού έργου θα το πλήρωνε ο ιδιοκτήτης του χώρου.

Πέρασαν χρόνια και ο ιδιοκτήτης τούς έστειλε μια επιστολή και τους δήλωσε ότι αδυνατούσε να το πράξει.

Εν τω μεταξύ, ο αρχαίος δρόμος, περιμένοντας την περιβόητη ανάδειξη επί επτά συναπτά έτη (από το 2006), έμενε γυμνός, στο έλεος των καιρικών συνθηκών.

Υπό το φόβο της οριστικής διάλυσής του, η αρμόδια Γ” Εφορεία Αρχαιοτήτων, με τη σύμφωνη γνώμη της ανασκαφέως, υπέβαλε νέο αίτημα στο ΚΑΣ: την κατάχωση του δρόμου, αντί της ανάδειξης, για να διατηρηθεί με ασφάλεια στην αγκαλιά της γης.

Ετσι κι έγινε.

Το Συμβούλιο στις αρχές Απριλίου γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία «ως προσωρινό μέτρο προστασίας του μνημείου» την κατάχωσή του, με τον όρο ότι «θα υποδηλωθεί επιφανειακά σε όλο του το μήκος και θα σημανθεί με μια πινακίδα».

Γιατί, πού ξέρεις, ίσως κάποτε στο μέλλον αποφασιστεί να αναδειχτεί σε όλο του το μήκος ο ιερός αυτός δρόμος, που οδηγούσε εν πομπή τους Αθηναίους στα Ελευσίνια Μυστήρια και τους Ελευσινίους στη γιορτή των Παναθηναίων.

Με λίγα λόγια, όταν θα αποκτήσει δικούς της πόρους η Αρχαιολογική Υπηρεσία, θα μπορεί και να ονειρεύεται.

Από εκεί ξεκινά η αρχαία Ιερά Οδός Η Ιερά Οδός ξεκινούσε από το δίπυλο και την Ιερά Πύλη που βρισκόταν πριν από τον Κεραμεικό.

Έτσι ήταν ο αρχαιότερος δρόμος της Ελλάδας στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί ο Έλγιν έκανε μια στάση για να αρπάξει τρεις ιωνικούς κίονες και ο Σικελιανός έγραψε ποίημα για τις ειδυλλιακές εικόνες που έζησε δίπλα στο ποτάμι  αρκουδάδες, Αφαία Σκαραμαγκά, Δάφνη, Έλγιν, Ιερά, Ιερά Οδός, Ιερό του Απόλλωνα, Κεραμεικός, κίονες, Μονή Δαφνίου, ποίημα, Πυθιονίκη, Σικελιανός, Χαιδάρι Πρόκειται για έναν σπουδαίο δρόμο της αρχαιότητας που άντεξε μέσα στον χρόνο και έχει φωτεινή ιστορία.

Συνέδεε το Θριάσιο Πεδίο με τη Δυτική Πύλη της Αθήνας και πήρε αυτό το όνομα γιατί αποτελούσε τη διαδρομή που ακολουθούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων.

Κατά μήκος της διαδρομής υπήρχαν αρκετά μνημεία, κάποια από τα οποία έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.

Σήμερα το μόνο τμήμα που διατηρεί κάποια στοιχεία από την αρχαία διαδρομή είναι το 1 χλμ που συνδέει το ιερό της Αφροδίτης στην Αφαία Σκαραμαγκά με τη Λίμνη Κουμουνδούρου.

Η αρχική λήψη έγινε το 1870 και αποτυπώνει το τμήμα της οδού κοντά στο Δαφνί.

Η επόμενη φωτογραφία είναι μεταπολεμική και έχει προσανατολισμό προς Αθήνα.

Πρόκειται για την Ιερά Οδό που θεωρείται ο αρχαιότερος δρόμος της Αττικής και για πολλούς και της Ευρώπης.

Το πλάτος της Ιεράς Οδού ήταν πέντε μέτρα και σε πολλά σημεία υπήρχαν χτισμένες πέτρες εκατέρωθεν για να συγκρατούν τα νερά και να προφυλάσσουν το οδόστρωμα.

Σε σημεία που γλιστρούσαν, λάξευαν σκαλοπάτια, ενώ έχει σωθεί επιγραφή από το 421 π.Χ. που μαρτυρά ότι οι ιερείς του ναού της Θεάς Δήμητρας, οι οποίοι τη συντηρούσαν, είχαν παραγγείλει την κατασκευή γέφυρας  στους Ρειτούς.

Ιερά Πύλη και Ηριδανός ποταμός.

Από εκεί ξεκινά η αρχαία Ιερά Οδός Η Ιερά Οδός ξεκινούσε από το δίπυλο και την Ιερά Πύλη που βρισκόταν πριν από τον Κεραμεικό.

Λίγο παρακάτω, στο σημείο που είναι σήμερα η διασταύρωση της Ιεράς Οδού με την Κωνσταντινουπόλεως ήταν η περιοχή Σκίρον, τοποθεσία στην οποία κατέληγε μια πομπή από την Ακρόπολη κάθε Ιούνιο.

Αυτό ήταν και το φυσικό όριο του ελαιώνα, ενώ σε μικρή απόσταση, εκεί που βρίσκεται σήμερα η Γεωπονική, υπήρχε η περίφημη «Ελιά του Πλάτωνα».

 Σε αυτό το τμήμα υπήρχαν ναοί και ιερά με σημαντικότερο αυτό της Δήμητρας και της Κόρης, ενώ σε μικρή απόσταση ήταν η κοίτη του Κηφισού όπου υπήρχε γέφυρα.

Ο ναός του Αγίου Σάββα στην περιοχή είναι κτισμένος πάνω στα ερείπια του ναού που ήταν αφιερωμένος στον Μειλίχιο Δία.

Απομεινάρι της αρχαίας Ιεράς Οδού, στην περιοχή Σκαραμαγκάς, πλησίον της Λίμνης Ρειτών Πλήθος ευρημάτων έχουν φέρει στην επιφάνεια οι  αρχαιολογικές ανασκαφές στο Αιγάλεω, ενώ δεν είναι ακόμη γνωστό το σύνολο των ευρημάτων που αποκάλυψε ο μετροπόντικας που έφτασε στην πλατεία Εσταυρωμένου.

Είναι σίγουρο πως έχουν εντοπιστεί  τρεις μεγάλοι σαρκοφάγοι με θραύσματα αγγείου κι ένα σημαντικό τμήμα της Αρχαίας Οδού.

Το πρώτο μνημείο που έβλεπαν οι επισκέπτες της Αθήνας ήταν ο τάφος της Πυθιονίκης στο Χαϊδάρι, στο σημείο απ΄ όπου φαίνεται και σήμερα η Ακρόπολη, μπαίνοντας στην Αθήνα.

 Ιερά Οδός μπροστά στον ναό της Αφροδίτης στην Αφαία Σκαραμαγκά (1937) Ο Παυσανίας που περιγράφει την διαδρομή αναφέρει ότι  συνάντησε το Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί.

Εκεί ήταν μία από τις πιο σημαντικές στάσεις της ελευσινιακής πομπής.

Μάρτυρας της ύπαρξης του ναού αποτελεί ο κίονας που είναι εντοιχισμένος στη Μονή Δαφνίου.

Τους υπόλοιπους τρεις τους είχε αρπάξει ο Έλγιν και τους είχε μεταφέρει στο Λονδίνο. Την ύπαρξή τους είχε επιβεβαιώσει και ένας άλλος Άγγλος περιηγητής  και αρχαιολόγος, ο Edward Dodwell (1767-1832), που πέρασε από το Δαφνί το φθινόπωρο του 1805.

Ανέφερε ότι υπήρχαν μερικοί μικροί ιωνικοί κίονες με τα κιονόκρανά τους.

Οι κίονες σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο μαζί με την υπόλοιπη κλεμμένη Ελλάδα.

Ο κίονας στη Μονή Δαφνίου από το Ιερό του Απόλλωνα.

Τρεις από αυτούς άρπαξε ο Ελγιν. Σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο Η Ιερά Οδός συνεχίζονταν μέχρι την Ελευσίνα και πριν από τον Σκαραμαγκά βρισκόταν σε λόφο το ιερό της Αφροδίτης. Μετά το ιερό ήταν τα ρέματα στους Ρείτους και η κοίτη του Κηφισού προς την Ελευσίνα που πλημμύριζε και τότε.

Εκεί, ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ανδριανός έφτιαξε γέφυρα με τέσσερα τόξα για να γλιτώσουν οι κάτοικοι και οι καλλιέργειες από τα νερά.

Το φυσικό τοπίο που περιέβαλε την Ιερά Οδό δεν άλλαξε σημαντικά από την αρχαιότητα έως τις αρχές του 20ου αιώνα όπως καταδεικνύουν πλήθος από φωτογραφίες, γκραβούρες και καρτ ποστάλ. Η ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ στο Δαφνί προς Σκαραμαγκά.

Φωτογραφία του 1882.

Καρτ ποστάλ με άποψη της Ιεράς Οδού Η αρχαία οδός που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα παρέμενε για αιώνες ένας πανέμορφος δρόμος που προσφερόταν για περίπατο, πέρα από την κάλυψη των συγκοινωνιακών αναγκών.

Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημα που αφιέρωσε στην Ιερά Οδό αναφέρει ότι επέλεξε τον συγκεκριμένο δρόμο για να «ν΄ αρμέξει ζωή από τον έξω κόσμον», αγναντεύοντας το όμορφο τοπίο και χαζεύοντας τους πλανόδιους και τους αρκουδάδες.

 Η περιγραφή του εντυπωσιάζει και συγκινεί: «Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα σα δρόμος της Ψυχής. Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν, με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.« Οι λόγοι για τους οποίους η σημερινή εικόνα της Ιεράς Οδού δεν έχει καμία σχέση με αυτή της καρτ ποστάλ και της περιγραφής του Σικελιανού είναι πολλοί και δυσάρεστοι.

 Άλλωστε και ο ποιητής, που έγραψε το συγκεκριμένο ποίημα το 1935 ήθελε να δείξει τη βαρβαρότητα του ανθρώπου που καταστρέφει τη φύση, τη Μεγάλη Θεά, την αιώνια Μάνα και εν τέλει την υποδούλωσή του.

Άγγελος Σικελιανός Ακολουθεί το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Ιερά Οδός»:

Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου, με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει το κύμα σε καράβι π’ ολοένα βουλιάζει.

Γιατί εκείνο πια το δείλι, σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.

Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα σα δρόμος της Ψυχής.

Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν, με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους….

Οι φωτογραφίες στο σύνδεσμο

Διαβάστε όλο το άρθρο:

http://www.mixanitouxronou.gr/etsi-itan-o-archeoteros-dromos-tis-elladas-sta-teli-tou-19ou-eona-eki-o-elgin-ekane-mia-stasi-gia-na-arpaxi-tris-ionikous-kiones-ke-o-sikelianos-egrapse-piima-gia-tis-idilliakes-ikones-pou-ezise-dipl/

……………………………………………

Δρόμοι με ιστορία 2.500 ετών

Στο λεύκωμα «Αττικής Οδοί – Αρχαίοι δρόμοι της Αττικής» παρουσιάζεται η αξία των κύριων οδικών αρτηριών κατά την αρχαιότητα, αλλά και η συνύπαρξή τους με τον σύγχρονο οικιστικό ιστό

ΕΘΝΟΣ

11:54, 1/5/2010

Αρχαία οδός προς Ερχιά και Βραυρώνα, κοντά στη διασταύρωση της λεωφόρου Σπάτων και της οδού Λεονταρίου (Αρχείο Β” ΕΠΚΑ).

Eλάχιστοι γνωρίζουν σήμερα ότι διασχίζοντας έναν περιφερειακό δρόμο της Αττικής, όπως αυτόν που ενώνει τα Σπάτα με τη Λούτσα, κινούνται ακριβώς στην ίδια διαδρομή με εκείνη που έκαναν πριν από 2.500 χρόνια οι αρχαίοι πρόγονοί μας.

Ενα συναρπαστικό ταξίδι στον χρόνο, μέσα από τους δρόμους, όπως αυτοί σχεδιάζονταν στην… ίδια ρότα μέσα στο πέρασμα των αιώνων, αποτελεί η έκδοση «Αττικής Οδοί – Αρχαίοι δρόμοι της Αττικής».

Ενα λεύκωμα ξεδιπλώνει και «ζωντανεύει» εικόνες από τους δρόμους της αρχαίας Αττικής, που κρατούν ακόμη και σήμερα καλά κρυμμένη την ταυτότητά τους.

Η πιο συγκλονιστική αίσθηση που αφήνει το συγκεκριμένο έργο είναι ότι η αρχαιότητα συνυπάρχει δίπλα και κάτω από τον σύγχρονο οικιστικό ιστό της Αττικής.

«Η μελέτη του οδικού δικτύου κατά την αρχαιότητα είναι ένα παλαιότατο επιστημονικό είδος και έχει καλλιεργηθεί πάρα πολύ επί σειρά γενεών», αναφέρει στο «Εθνος της Κυριακής» ο κ. Μανόλης Κορρές, καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, ο οποίος επιμελήθηκε το λεύκωμα.

«Θέματα, όπως ο φυσικός διαμελισμός της Aττικής, τα είδη των εδαφών, οι οικονομικές δραστηριότητες, τα χερσαία συγκοινωνιακά μέσα και η στρατηγική αξία των φυσικών οχυρών θέσεων εξετάζονται διεξοδικά μέσα στο βιβλίο δεδομένου ότι αποτελούν στοιχεία, τα οποία επέδρασαν στη διαμόρφωση ενός οδικού δικτύου κατά την αρχαιότητα.

Το τελευταίο τμήμα της Ιεράς Οδού που καταλήγει στο Τελεστήριο της Ελευσίνος.

Τα τελευταία χρόνια, με το έργο της Αττικής Οδού, ενδυναμώθηκε ιδιαιτέρως η έρευνά μας. Παλιότερα είχαμε μια πολύ καλή γνώση μόνο για την πόλη των Αθηνών ή για κάποιους άλλους δήμους, αλλά με τα έργα που γίνονται πια παντού έχουμε περισσότερες πληροφορίες και για πρώτη φορά για την Αττική».

Αποτύπωση

Στο οδικό δίκτυο της Αττικής αναγνωρίζεται αποτυπωμένη στο έδαφος η πολιτική και οικονομική λειτουργική δομή και ιστορική εξέλιξη της πόλης-κράτους των Αθηνών.

Οι βασικοί άξονες στην αρχαιότητα συνέδεαν το άστυ με τα εμπορικά κέντρα, όπως ο Πειραιάς και η Λαυρεωτική, με τους κομβικούς δήμους της Ελευσίνας – μέσω της Ιεράς Οδού και της Παλλήνης, από όπου ξεκινούσαν κατόπιν οδοί για τη Δυτική Αττική (Θριάσιο), την Ανατολική (Μεσογαία, Μαραθώνας) και τα σύνορα (Αχαρναί, Δεκέλεια, Αφίδνες).

Το πρώτο οργανωμένο δίκτυο με κέντρο την Αθήνα ξεκινά από την πολιτική βούληση του Πεισίστρατου.

Οι οδοί στην αρχαία Ελλάδα, και βεβαίως και στην Αττική, κατά κανόνα δεν ονομάζονταν, όπως, σήμερα από το όνομα ενός σημαντικού Ελληνα της νεότερης ή της παλιότερης εποχής.

Αρχαϊκά γλυπτά σε οδόστρωμα της Ιεράς Οδού στον χώρο του Κεραμεικού.

Η παλιότερη γραπτή μαρτυρία περί οδού στην Αθήνα είναι ένα επίγραμμα, σύμφωνα με τον Α. Ματθαίου, το οποίο είναι χαραγμένο σε βάση ανδρικού επιτύμβιου αγάλματος (540-530 π.Χ.) που βρέθηκε τον 19ο αιώνα κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου, εντοιχισμένη στο Θεμιστόκλειο τείχος.

Συμμετοχές

Τα αναλυτικά άρθρα που συνθέτουν τον τόμο, ο οποίος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μέλισσα», υπογράφουν οι σημαντικοί επιστήμονες και ανασκαφείς: Γεώργιος Σταϊνχάουερ, Αγγελος Ματθαίου, Hans-Rupprecht Goette, Λήδα Κωστάκη, Ιωάννα Δρακωτού, Πόπη Παπαγγελή, Μαρία Πλάτωνος, Δημήτρης Σκιλάρντι, Παναγιώτα Ταξιάρχη, Ολγα Κακαβογιάννη, Κωνσταντίνα Καζά, Ελένη Ανδρίκου, Ανθή Ντόβα, Ολγα Βογιατζόγλου, Γιάννης Πίκουλας, ενώ πέρα από το φωτογραφικό υλικό η έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα με επιλογή χαρτών της Αττικής του Κάουπερτ.

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

Οι αρχαίοι οδικοί άξονες ήταν προπομποί της Αττικής Οδού

Η έκδοση αποτελεί την τρίτη κατά σειρά της συλλογής εκδόσεων χορηγούμενων από την εταιρεία «Αττική Οδός Α.Ε.» με θέμα το τοπίο, τις αρχαιότητες και το οδικό δίκτυο της Αττικής.

Η αρχή έγινε με την έκδοση «Αρχαίες Περιηγήσεις», όπου παρουσιάστηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές κατά τη διάρκεια κατασκευής της Αττικής Οδού και συνεχίστηκε με την επανέκδοση των «Χαρτών της Αττικής» του Κάουπερτ, οι πρώτοι στην ιστορία που κατέγραψαν, πριν από 130 περίπου χρόνια, την Αττική με κάθε λεπτομέρεια και έδωσαν μια εντελώς διαφορετική και ειδυλλιακή εικόνα του λεκανοπεδίου.

 H ανατολική κλιμακωτή οδός που οδηγούσε από την Aρχαία Aγορά στην Πνύκα (Αρχείο Α΄ ΕΠΚΑ).

Οπως επισήμανε στην παρουσίαση του βιβλίου ο κ. Λεωνίδας Μπόμπολας, διευθύνων σύμβουλος της «Αττικής Οδού Α.Ε.», «μέσα από τον νέο τόμο επιχειρήθηκε η διαχρονική καταγραφή και η ανάδειξη της χρήσης και αξίας των κύριων οδικών αξόνων της Αττικής – προπομπών της Αττικής Οδού.

Παράλληλα με το αττικό οδικό δίκτυο γίνεται παρουσίαση πλήθους αρχαίων καταλοίπων και μαρτυριών της οικιστικής ιστορίας του προγενέστερου αττικού μας τόπου.

Το οδικό δίκτυο, αντικείμενο των δραστηριοτήτων μας, αποτελεί την προϋπόθεση της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ανάπτυξης και εξέλιξης κάθε τόπου και κοινωνιών, καθόσον μέσα από το δίκτυο εξυπηρετούνται οι πάσης φύσεως μετακινήσεις, διακινήσεις και μεταφορές.

Οδικό δίκτυο συνεπώς και εξέλιξη του ανθρώπου αλληλεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται μέσα από μια ατέρμονη σχέση, η οποία επιβάλλεται από τις ανάγκες των πολιτισμών, από την αρχαία εποχή έως και σήμερα.

Ετσι, οι ανάγκες του σημερινού υλικού πολιτισμού, με την τεράστια πληθυσμιακή, οικονομική και οικοδομική ανάπτυξη του λεκανοπεδίου, οδήγησε στην κατασκευή της Αττικής Οδού, η οποία εκτείνεται σε μορφή τόξου από το Θριάσιο έως τα Μεσόγεια, σε ένα μήκος 65,5 χιλ., σχεδόν παράλληλη με τη σαρωνική ακτογραμμή, αποτελεί τον κεντρικό άξονα σύνδεσης όλων των τοπικών και διατοπικών οδών και αυτοκινητοδρόμων της Αττικής και συμβάλλει καθοριστικά στην εξέλιξη και ανάπτυξη της Αττικής».

ΜΑΡΙΝΑΣ ΖΙΩΖΙΟΥ

http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/dromoi_me_istoria_2_500_eton-11497023/

……………………………..

Η Ιερά Οδός είναι ο αρχαιότερος δρόμος της χώρας μας.

Οι αναφορές στην ιστορία του δρόμου αυτού είναι συχνές, αλλά η ανάδειξή του ως μνημείου της κλασικής αρχαιότητας με την αντίστοιχη ιστορική του αξία δεν έχει προχωρήσει.

Η (αρχαία) Ιερά Οδός ήταν δρόμος φτιαγμένος στα Αρχαϊκά χρόνια και συνέδεε την πόλη της Αθήνας με το Θριάσιο Πεδίο, στο οποίο μία φορά το χρόνο γινόταν η τελετή των ξακουστών Ελευσίνιων Μυστηρίων, τα οποία μέχρι σήμερα παραμένουν ανεξήγητα σχετικά με τον ακριβή χαρακτήρα τους.

Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι η Ιερά Οδός (σημειώστε ότι είναι διάσπαρτη από Ιερά και εργαστήρια, ενώ έχουν ανακαλυφθεί και νεκροταφεία στα πλαϊνά της οδού), ήταν χώρος συγκέντρωσης πεζοπόρων προσκυνητών (σύμφωνα με την παράδοση ήταν αποκλειστικά άνδρες) που κατά την μετάβασή τους προς την περιοχή της Ελευσίνας, αντάλλασσαν μεταξύ τους σκωπτικά πειράγματα, γνωστά και ως «γεφυρισμοί».

Τα ευρήματα των ανασκαφών, κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου από τα μεταξύ των Κλασσικών ετών μέχρι και τα Ρωμαϊκά στην Ιερά Οδό, δείχνουν ότι είχαν κατασκευάσει τουλάχιστον οκτώ επάλληλα οδοστρώματα, πράξη που δείχνει πόσο σημαντική ήταν.

Η Ιερά Οδός αποδεικνύει το πλεονέκτημα της, αφού διαχρονικά αναδείχτηκε η λειτουργική αξία του δρόμου περισσότερο από το ιστορικό στοιχείο.

Δεν είναι τυχαίο ότι επί 2.500 χρόνια παρέμενε ο μοναδικός εθνικός δρόμος που συνέδεε την Αθήνα με τη Βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο και την Πελοπόννησο και σχεδόν ταυτίζεται με τη σύγχρονη οδική αρτηρία μέχρι την Ελευσίνα, με κάποιες μικρές παρεκκλίσεις.

Ε! αυτή την οδό που έχει γράψει ιστορία και έχει συμβάλει στην ανάπτυξη της πόλης της Αθήνας, οι υπεύθυνοι της χώρας μας την έχουν αφήσει στην τύχη της, να ρημάζει μέρα με τη μέρα.

Τα αποτελέσματα τα βλέπετε και στις φωτογραφίες, μηδέν σήμανση, μηδέν προστασία, αγριόχορτα, φρύγανα και σκουπίδια, έχουν σχεδόν εξαφανίσει τα υπολείμματα της οδού της τέλεσης των παναθηναίων.

Λαός ο όποιος δεν προσέχει την ιστορία του και ότι αυτή συνεπάγεται, είναι καταδικασμένος να κάνη τα ιδία και χειρότερα ίσως λάθη, από ότι στο παρελθόν και δυστυχώς πλην ελαχίστων τιμητικών εξαιρέσεων σε αυτό τον τόπο, έχουμε ξεχάσει ποιο είμαστε και βέβαια υπάρχουν αρκετοί εθελοντές που ζηλεύουν την δόξα του εφιάλτη σπρώχνοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προς την κατεύθυνση της λήθης.

http://ieraodo.blogspot.gr/2011_09_01_archive.html

……………………………….

Ζέφυρος, ο δροσερός δυτικός άνεμος και ο βωμός του στην αρχαία Ιερά Οδό

Έχουμε κατά καιρούς γράψει στο blog ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, ότι κατά μήκος της αρχαίας Οδού υπήρχαν βωμοί, ιερά, αγάλματα, νεκροταφεία κ.λπ.

Ο Παυσανίας διερχόμενος την Ιερά Οδό περιγράφει στα ΑΤΤΙΚΑ (ίσως στον πρώτο «Ταξιδιωτικό Οδηγό»), ότι «ἔστι δὲ καὶ Ζεφύρου τε βωμὸς καὶ Δήμητρος ἱερὸν καὶ τῆς παιδός·» (1.37,2).

Σύμφωνα με άρθρα που διαβάσαμε «Ο Ζέφυρος ήταν μεσολαβητής ανάμεσα στον Πάνω Κόσμο και στον Άδη» και έτσι ίσως θα μπορούσε να εξηγηθεί ότι ο βωμός του ήταν μαζί με το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Ο Ζέφυρος αναφέρεται μαζί με άλλους ανέμους από τον Ισίοδο «Θεογονία», στον Όμηρο (Ηλιάδα), στους Ορφικούς Ύμνους αλλά και σε στίχους νεώτερων ποιητών όπως του Οδυσσέα Ελύτη στο «Άξιον Εστί» και «Φωτόδενδρο» (ως «Πουνέντες) κ.ά.

……………………………………….

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, ο αρχαιότερος δρόμος της Ευρώπης.

«Εντεύθεν εις το Αθηναίων έπεισιν άστυ οδός ηδεία, γεωργουμένη πάσα εχουσά (τι) τη όψει φιλάνθρωπον….»  Δικαίαρχος

Γράφει ο ΑΠΕΛΛΗΣ

(Φανταστική αφήγηση βασισμένη σε ιστορικά στοιχεία)

Στέκομαι δίπλα στο ναό της Αγίας Τριάδος στο δυτικό τείχος του Κεραμικού επί της οδού Πειραιώς. Εκατοντάδες αυτοκίνητα περνούν ασταμάτητα προς τις δυο κατευθύνσεις της λεωφόρου μέσα από σύννεφα καυσαερίων, μουγκρητά μηχανών και οξείς ήχους κλάξον.

Λεωφορεία, τρόλεϊ, ταξί και Ι.Χ κάθε είδους συνωστίζονται και μποτιλιάρουν με έναν τρόπο γνώριμο για τους ρυθμούς μιας σύγχρονης πόλης. Πίσω από τον ψηλό μανδρότοιχο απλώνεται σιωπηλός ο Κεραμικός, η νεκρόπολις της αρχαίας Αθήνας.

Βρίσκομαι στο δυτικό όριο της αρχαίας πόλης, στο περίφημο Δίπυλο, όπου η έξοδος  από τα τείχη οδηγούσε στην αφετηρία δύο κύριων λεωφόρων προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ένας τρίτος δρόμος ένωνε την Αθήνα με το λιμάνι του Πειραιά.

 Η πρώτη λεωφόρος με κατεύθυνση την Ακαδημία προς το βορρά, διέσχιζε κάποτε το αττικό τοπίο προς τις Αχαρνές και τη Δεκέλεια.

Η δεύτερη με κατεύθυνση προς τη δύση διέσχιζε το μεγάλο αττικό ελαιώνα, περνούσε από το Κηφισό ποταμό και από τη δίοδο του Δαφνίου, ανάμεσα στο Όρος Αιγάλεω και το Ποικίλο, κατέληγε στο Θριάσιο πεδίο στην πόλη της Ελευσίνας.

Ο ίδιος αυτός δρόμος χαραγμένος ανεξίτηλα πάνω στο εύφορο χώμα του δυτικού πεδίου, για περισσότερα από 2.500 χρόνια, ξεδιπλώνει και σήμερα μπροστά μου τα λίγα χιλιόμετρα του μήκους του μέχρι την μονή Δαφνίου.

Με τα μάτια της φαντασίας που αντλούν εικόνες από μια σειρά  ιστορικών στοιχείων, «βλέπω» για πρώτη φορά, τον τόσο γνώριμο  δρόμο να μεταμορφώνεται σε ένα σκηνικό μαγευτικό, που μόνο μια μηχανή του χρόνου θα μπορούσε να στήσει.

Είναι η ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, ο αρχαιότερος δρόμος της Ευρώπης.

 «Μέσα κι έξω από το Δίπυλο που τα ισχυρά του τείχη είναι στολισμένα λαμπρά με πολύχρωμες κορδέλες, χιλιάδες άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί δεξιά κι αριστερά της Ιεράς Οδού.

Μέσα από τον αχό που δημιουργεί το πλήθος ξεχωρίζουν κάποιες φωνές που απευθύνουν ευχές στη Δήμητρα και ικεσίες στις ελευσίνιες θεότητες.

Φορούν ελαφρούς λινούς χιτώνες και στεφάνια μυρτιάς.

Πολλοί κρατούν μικρά κάνιστρα με προσφορές από τον πρόσφατο θερισμό και την συγκομιδή των δημητριακών καρπών, σιτάρι, κριθάρι κι ακόμα ροδοπέταλα και φρούτα του καλοκαιριού.

Άλλοι αποθέτουν στεφάνια στο ηρώο-τάφο του Ανθεμοκρίτου που βρίσκεται μπροστά από το Δίπυλο που ονομάζεται και αλλιώς «Κεραμεικές ή Θριάσιες πύλες» ενώ στην εσωτερική πλευρά των πυλών ανάβουν αναθήματα στους βωμούς πρός τιμήν του Ερκείου Διός, του Ερμή και του Ακάμαντος που είναι προστάτης  της Ακαμαντίδας φυλής στην οποία ανήκει ο Δήμος του Κεραμικού.

 Είναι ένα ζεστό πρωινό της 19ης του μηνός Βοηδρομιών ( Σεπτέμβριος) και όλη η Αθήνα είναι στο πόδι για τη μεγάλη γιορτή των Ελευσινίων που γίνεται κάθε τρία ή πέντε χρόνια προς τιμή της Δήμητρας και της Κόρης και των άλλων θεοτήτων της ελευσίνιου λατρείας, τον Ζεύ, τον Διόνυσο, τον Ποσειδώνα, τονΤριπτόλεμο, την Περσεφόνη, τον Εύμολπο, την Αμφιτρίτη, τον Ελευσίς. Όλα τα μάτια είναι στραμμένα στο βάθος του δρόμου, απ΄ όπου περιμένουν να φανεί η ιερή πομπή γνωστή με το όνομα «Ίακχος»,  προερχόμενη από το Ελευσίνιο ιερό που βρίσκεται κάτω από το βράχο της Ακρόπολης.

Αθηναίοι οπλίτες με κοντούς χιτώνες και ελαφρύ οπλισμό επιβάλλουν την τάξη, φροντίζοντας να παραμένει ελεύθερος ο δρόμος για να περάσει ανεμπόδιστα η ιερή πομπή. Ήδη αυτή την ώρα, ο άρχων- βασιλεύς της Αθήνας έχει τελέσει μέσα στο Ελευσίνιο ιερό τις προσφορές θυσιών και ευχών υπέρ της πόλεως,  μπροστά στο άροτρο και στα ιερά αντικείμενα, που λίγες μέρες πριν μεταφέρθηκαν με άλλη πομπή και τιμές, από την Ελευσίνα στην Αθήνα, δια μέσου της Ιεράς Οδού.

Τα ίδια αυτά ιερά αντικείμενα πρόκειται σήμερα να μεταφερθούν εκ  νέου, από την Αθήνα στην Ελευσίνα με ιερή πομπή, συνοδευόμενα από εφήβους.

Σε λίγο και ενώ το πλήθος αδημονεί, ήχοι μελωδικοί αυλών και σαλπίγγων και κάποια κινητικότητα στο βάθος του εσωτερικού δρόμου προαναγγέλλουν την έλευση της πομπής.

Η εμφάνιση της ιερής συνοδείας που πλησιάζει με βήματα αργά, τελετουργικά, μεταδίδει ρίγη συγκίνησης στο πολύχρωμο ανθρωπολοϊ, που μοιάζει να κρατάει τις ανάσες του.

Αθηναίοι πολίτες και μέτοικοι, Πειραιώτες, Ραμνήσιοι, Παιανείς, κάτοικοι όλων των γύρω Δήμων, Αχαρνείς και Θηβαίοι ακόμη και δούλοι, που έχουν την άδεια να συμμετέχουν στην μεγάλη γιορτή της Θεάς, στέκουν με ιερή κατάνυξη ψάλλοντας ύμνους στη Δήμητρα.

Στην κεφαλή της πομπής που έχει κιόλας προσεγγίσει το Δίπυλο, προπορεύεται σεβάσμιος και με ύφος τελετουργικό ο πρωθιερέας και ακολουθούν οι ιεροφάντες μαζί με τις ιέρειες παναγείς της θεάς, που κρατούν τις ιερές κύστεις και οι ιεροποιοί, που εκλέγονται κάθε έτος, μαζί με τους τέσσερις επιστάτες που επιμελούνται τα της εορτής.

Έχουν λευκές καλύπτρες στα κεφάλια τους που είναι στεφανωμένα με μυρτιά και κρατούν τα πλεγμένα με κλαδιά ιερατικά τους ραβδιά, τους βάκχους, μαζί με θυσάνους σταχυών και άλλων δημητριακών φυτών.

Πίσω τους ακολουθεί η άμαξα, που την σέρνουν δύο ολόλευκα άλογα με τα ιερά αντικείμενα τοποθετημένα πάνω της, το στεφανωμένο με μυρτιά ξόανο του μυστικού θεού Ιάκχου, που κρατούσε δάδα σύμφωνα με τον Παυσανία.

Δεξιά κι αριστερά της άμαξας αυλητές και χορωδοί συνοδεύουν με νότες γλυκές τους ιερούς ύμνους των ιεροφαντών. Πιο πίσω, δύο φάλαγγες οπλιτών σε σχηματισμό κατ΄ άνδρα, με πλήρη πολεμική εξάρτηση. Φορούν λευκούς χιτώνες με διακοσμητικούς μαιάνδρους και περικεφαλαίες με κόκκινα λοφία.

Οι δύο φάλαγγες πλαισιώνουν τη συνοδεία του άρχοντα-βασιλέα που ακολουθεί την πομπή μαζί με τους πρυτάνεις, τους στρατηγούς, τους βουλευτές, τους αρεοπαγίτες και πλήθος άλλων αρχόντων και επισήμων, Αθηναίων και μη.

Έπειτα από μια λιγόλεπτη στάση στην εξωτερική πλευρά του Διπύλου, καθώς τα ιερά εγκαταλείπουν την πόλη της Αθήνας, οι ιερείς απευθύνουν στη Θεά τις ύστατες ευχές και ικεσίες υπέρ της ασφάλειας και ευημερίας της πόλης. Την αποκαλούν «Εύκαρπο, Ελευσινία, Μεγάλαρτο, Ταυροπόλο, Καβιρία και Δηώ Γεφυραία».

 Η πομπή τώρα ακολουθεί το στρωμένο με χαλίκια οδόστρωμα της Ιεράς Οδού με κατεύθυνση την Ελευσίνα.

Ομάδες εφήβων με στεφάνια μυρτιάς και χιτώνες λευκούς, με δόρατα και ασπίδες,  συνοδεύουν από εδώ και πέρα την άμαξα της Θεάς.

Το πλήθος που τόση ώρα έρανε με ροδοπέταλα τα ιερά αντικείμενα, ενώνεται πίσω από την πομπή και την ακολουθεί σαν ποτάμι.

Εκατέρωθεν της Ιεράς Οδού, υπάρχουν στο σημείο αυτό νεκρικά μνημεία και τάφοι, ορισμένοι από τους οποίους είναι πολυτελέστατοι, αληθινά μικρά μαυσωλεία με επιτύμβιες στήλες και αγάλματα.

Η πομπή φτάνει στα όρια του Δήμου του Κεραμικού και ήδη διασχίζει τοΔήμο των Λακιαδών που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της Ιεράς Οδού, στο σημερινό Βοτανικό.

Εκεί μέσα στον απέραντο ελαιώνα, που κάποιοι εκτιμούν ότι αποτελείτο από 70.000 ελαιόδεντρα, βρίσκονται τα κτήματα του Κίμωνα που ποτίζονταν από τα νερά του Ηριδανού ποταμού.

Στην περιοχή αυτή δίπλα στην Ιερά Οδό, στη σημερινή Γεωπονική σχολή, υπήρχε ένα  μικρό τέμενος της Δήμητρας και της Κόρης, ενώ σήμερα υπάρχει ακόμη η μεγάλη πέτρινη σκαλιστή βρύση του τούρκου καταπατητή Χατζή Αλή Χασεκή που είχε εκεί, το 1780 περίπου, τους κήπους του.

Η πομπή προχωράει αργά επι της Ιεράς Οδού, καθώς ο ζεστός ήλιος του Σεπτεμβρίου ανεβαίνει σταθερά στον ουρανό πάνω από τον Υμηττό. Η πολυάνθρωπη πομπή προσπερνάει την Ιερή Ελιά που υπάρχει και σήμερα ακόμη, αειθαλής και υπεραιωνόβια όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κάτω από την σκιά της δίδασκε ο Πλάτωνας.

 Σύντομα η συνοδεία φτάνει στο ιερό του Μειλίχιου Διός που βρισκόταν στο ίδιο σημείο, όπου σήμερα υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Σάββα. Δεξιά της Ιεράς Οδού και σε όλη την έκταση μέχρι και πέρα από τις όχθες του Κηφισού ποταμού, εκτείνεται ο αρχαίος Δήμος του Χολαργού το σημερινό Περιστέρι, όπου είχε τα κτήματά του ο Περικλής, χολαργεύς στην καταγωγή.

Λίγο πριν το μεσημέρι η πομπή φτάνει στην γέφυρα της Ιεράς Οδού που περνάει πάνω από τον Κηφισό.

Εδώ νέο πλήθος συγκεντρωμένων κατοίκων από τους γειτονικούς δήμους περιμένει την πομπή και επιδίδεται στο έθιμο των «γεφυρισμών», που περιλαμβάνει  αμοιβαία πειράγματα των μετεχόντων στην πομπή και των «γεφυριστών», που περίμεναν από πριν εκεί, για να δουν γνωστά τους πρόσωπα.

Έπειτα από την γέφυρα του ποταμού που ήταν πλούσιος σε καθαρά νερά και είχε υπέροχη βλάστηση στις όχθες του, η πομπή περνάει μπροστά από το μνημείο του ήρωα Κυαμίτη, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, κι αρχίζει να ανεβαίνει αργά στη μικρή ανηφόρα που δημιουργεί στην Ιερά Οδό το χαμήλωμα των παρυφών του Όρους Αιγάλεω, στο σημερινό Δήμο του Αιγάλεω.

Ο απέραντος ελαιώνας με τα εύφορα κτήματα και τα περιβόλια του, με πλήθος ήμερα δέντρα, συκιές, εσπεριδοειδή και αμυγδαλιές, αναδίδει ένα υπέροχο άρωμα, που σε συνδυασμό με τα άπειρα κελαηδίσματα των πουλιών και τις συγχορδίες των τζιτζικιών, δημιουργούν ένα συναίσθημα ευφορίας και πληρότητας.

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι αυτός ο υπέροχα όμορφος τόπος έχει μεταμορφωθεί, μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, σε μια τεράστια και γκρίζα τσιμεντούπολη, όπου μόνο λίγα απομεινάρια του παλιού ελαιώνα, κάποια σκόρπια χαλάσματα και ο ήλιος που παραμένει πάντα φωτεινός, έχουν απομείνει για να θυμίζουν αλλοτινές εποχές ακμής και φυσικού μεγαλείου.

 Η Ιερή πομπή ανηφορίζει ολοένα στις ομαλές πλαγιές του Όρους Αιγάλεω, μέσα στα όρια του αρχαίου Δήμου Ερμού που σήμερα περιλαμβάνει το Δήμο Χαϊδαρίου και μέρος του Δήμου της Αγίας Βαρβάρας.

Η Ιερά Οδός ξετυλίγει το μήκος των 19 χιλιομέτρων της διαδρομής της μέχρι την Ελευσίνα, κάτω από τη σκιά  του διπλανού όρους ανάμεσα σε πανύψηλα πεύκα.

Από το σημείο αυτό κοιτάζοντας προς την Αθήνα το θέαμα είναι μαγευτικό.

Χιλιάδες ελαιόδεντρα, δάσος ολόκληρο «τρέχει» προς τα κάτω στην κοιλάδα του Κηφισού, όπου τα νερά του ποταμού μοιάζουν να λάμπουν σαν χρυσάφι.

Ο ελαιώνας περιζώνει σαν γαλαζο-πράσινη αγκαλιά την Αθήνα, που φωσφορίζει λάμψεις από τα λευκά μάρμαρα της Ακρόπολης και των άλλων ναών, από  τα κόκκινα κεραμίδια στις στέγες των διάσπαρτων οικισμών.

Η Ιερά Οδός σαν λευκή γραμμή  χωρίζει το πράσινο στα δύο.

Δεξιά ο κατάφυτος λόφος του Προφήτη Ηλία με τον αρχαίο ναό στην κορυφή του.

Η πομπή φτάνει στο ονομαστό ιερό του Πυθίου Απόλλωνα στο Δαφνί, όπου σταματά για λίγο για να αναπέμψουν οι ιερείς ύμνους προς το θεό και έπειτα κατηφορίζει πια προς τη θάλασσα του Σκαραμαγκά, αφού πρώτα κάνει μια ακόμη στάση στο ιερό της Αφροδίτης, στον αρχαιολογικό χώρο της Αφαίας. Μετά τους αρχαίους Ρειτούς και τις λίμνες που σχηματίζουν με τα νερά τους και οι οποίες είναι αφιερωμένες στη Δήμητρα και την Κόρη, η πομπή με τους χιλιάδες πιστούς που την αποτελούν, διανύει τα τελευταία χιλιόμετρα της Ιεράς Οδού μέχρι το περίφημο ιερό της θεάς στην πόλη της Ελευσίνας…»

 Υπάρχουν δρόμοι μικροί, στενά σοκάκια με ονόματα λαμπρά, δυσανάλογα μεγάλα προς την ασημαντότητά τους.

Όμως η ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, μέσα από την παρακμή και τη σκόνη που σήμερα την πνίγουν, τα εργοστάσια της αυθαίρετης βιομηχανικής ζώνης που την σφίγγουν θανάσιμα και τις νταλίκες που βιάζουν με το βάρος τους το ιερό της χώμα, εξακολουθεί ακόμη να διηγείται το ένδοξο παρελθόν και το μεγαλείο της.

Οδηγεί πάντα τα βήματα προς το παρελθόν, εκεί που μοιάζουν να σβήνουν τα ίχνη της ιστορίας. Ακόμη και αν, οι σεβάσμιοι ιεροφάντες που προπορεύονταν της ιερής πομπής δε φαίνονται πια, και ο θεός Κηφισός είναι τώρα νεκρός, θαμμένος κάτω από τόνους τσιμέντου.

http://www.visaltis.net/2012/11/blog-post.html

…………………………….

Ιωάννα Τσιριγώτη – Δρακωτού: «Η πορεία της Ιεράς Οδού και η σημασίας της»/ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ τ.43

[Οι δύο Ταφικοί Περίβολοι στην Ιερά Οδό, στο ύψος του ΨΝΑ Δρομοκαΐτειο. Δεν υπάρχει καμία επιγραφή, καμία πινακίδα που να μαρτυρά την ύπαρξή τους.

Οι δύο φωτογραφίες περιλαμβάνονται στο άρθρο της κας Δρακωτού και είναι από το αρχείο του Γιάννη Ιγγλέση]

«…Στην περιοχή του σταθμού του Αιγάλεω τα αρχαία βρίσκονταν στα 2-3 μέτρα. Στον Κηφισό και στον Ελαιώνα, όπου υπάρχουν προσχώσεις από το ποτάμι, το βάθος μπορεί να φτάνει και τα 7-8 μέτρα. Στο Χαϊδάρι λίγο… να ξύσεις, βρίσκεις τα ίχνη.»

Ρένα Κλουτσινιώτη (αρχιτέκτονας – πολεοδόμος και από τους συνεργάτες του εκδότη του ΑΝΤΙ κ.Παπουτσάκη που διοργάνωσαν τα φεστιβάλ του περιοδικού για να προβάλλουν τον Ελαιώνα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (17/10/09).

ΚΛΙΚΑΡΕΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ κας Ιωάννας Τσιριγώτη – Δρακωτού: «Η πορεία της Ιεράς Οδού και η σημασίας της»/ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ τ.43, 1992.

Σε επόμενη ανάρτηση θα υπογραμμίσουμε ορισμένα από τα σημεία του άρθρου.

————-

ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΟΙΚΟΠΕΔΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

Οι δύο παραπάνω χώροι χαρακτηρίστηκαν ιστορικοί με απόφαση της Υπουργού +Μελίνας Μερκούρη ΥΠΠΟ/αρχ/α1/18564/778 με τίτλο «Κήρυξη ως αρχαιολογικού χώρου οικοπέδων με ταφικά μνημεία στην Ιερά Οδό».

Τα οικόπεδα αυτά είναι:

  1. Ολόκληρο το οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευάγγελου Βλασιάδη και Σοφίας Καντζή.

  2. Το τμήμα του γειτονικού οικοπέδου, ιδιοκτησίας Καλιόπης Κυριακίδου και Μ.Πετροχείλου μαζί με τα ρυμοτομηθέντα τμήματά τους.

Στο ΦΕΚ δημοσιεύεται σχέδιο με τα δεσμευμένα οικόπεδα με λοξή διαγμάμμιση και αναφέρεται ως λόγος για αυτή την κήρυξη η αποτελεσματικότερη προστασία των ταφικών μνημείων με το δεδομένο ότι είναι τα καλύτερα διατηρημένα από όσα ανακαλύφθηκαν μέχρι τότε στη διαδρομή της αρχαίας Ιερά Οδού.

(οι παραπάνω πληροφορίες είναι από τον κ.Γιάννη Ιγγλέση, (Αρχιτέκτων – Μηχανικός ΕΜΠ/ Συλλέκτης – Ερευνητής ιστορικών ντοκουμέντων Χαϊδαρίου)

http://ieraodo.blogspot.gr/2010_08_01_archive.html

………………………………………….

Νίκος Μοσχονάς
Ιστορικός, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, ΕΙΕ

Το έτος 267 μ.Χ. οι Έρουλοι – ένας βαρβαρικός λαός με σκανδιναβική προέλευση εγκαταστημένος τον 3ο αιώνα στα βόρεια παράλια του Ευξείνου – σε συνεργασία με τους Γότθους επέδραμαν στα νησιά του Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα, εισέβαλαν στην Αττική, κατέλαβαν την Αθήνα, τη λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν (πηγή , μετάφραση). Οι συνέπειες της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα ήταν τρομακτικές.

Η περίλαμπρη πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά με μόνη εξαίρεση την Ακρόπολη, που διέφυγε τότε την καταστροφή.

Ένα στρώμα στάχτης κάλυψε όλη την έκταση της πόλης, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν τα καπνισμένα ερείπια των έξοχων οικοδομημάτων και των άλλων μνημείων της.

Είχε, βέβαια, προηγηθεί η μεγάλη καταστροφή της Αθήνας από τα στρατεύματα του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα, όταν κατέλαβαν την πόλη το 86 π.Χ. (πηγές: 1 , 2 , 3 , 4 , μεταφράσεις: 1, 2, 3, 4). Αλλά αμέσως μετά την καταστροφή εκείνη η Αθήνα άρχισε να ανασυγκροτείται και στους επόμενους αιώνες κοσμήθηκε με νέα λαμπρά οικοδομήματα χάρη στη γενναιόδωρη χορηγία Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ξένων βασιλέων (όπως ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αριοβάρζανος) και επιφανών φιλαθηναίων. Κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα η Αθήνα όχι μόνο είχε ανακτήσει την αρχαία της λαμπρότητα, αλλά είχε οδηγηθεί σε νέα άνθηση με την ευεργετική επέμβαση του Ηρώδη του Αττικού και του αυτοκράτορα Αδριανού.

Όπως επιγραμματικά σχολιάζει ο Παυσανίας (Ι, 20, 7) Αθήναι μεν όντως υπό του πολέμου κακωθείσαι, τον Ρωμαίων αύθις Αδριανού βασιλεύοντος ήνθησαν (μετάφραση).

Τότε οικοδομήθηκε (πηγή , μετάφραση) ο ναός του Ολυμπίου Διός, το Πάνθεον, το Αδριάνειο Γυμνάσιο και η Βιβλιοθήκη, καθώς και ολόκληρη η αδριάνεια πόλη κοντά στον Ιλισό, παράλληλα με πλείστα σημαντικότατα έργα κοινής ωφέλειας, όπως υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες, υπόνομοι. Αντίθετα, μετά την επιδρομή των Ερούλων η ανασυγκρότηση της Αθήνας ακολούθησε βραδύτατους ρυθμούς, χωρίς να αποκατασταθεί ολότελα η αλλοτινή φυσιογνωμία της πόλης.

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την καταστροφή της πόλης από του Ερούλους το 267 μ.Χ. μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄(408 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VI

Όπως είναι γνωστό, η αρχαία πόλη της Αθήνας είχε αναπτυχθεί γύρω από την Ακρόπολη, αλλά κυρίως στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του λόφου. Αμέσως μετά τη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., η πόλη περιτειχίστηκε με το Θεμιστόκλειο τείχος , που λείψανα του έχουν διασωθεί σε διάφορα σημεία της σημερινής Αθήνας.

Από τον λόφο των Μουσών (τον γνωστό ως λόφο του Φιλοπάππου) το Θεμιστόκλειο τείχος κατερχόταν προς τα νοτιοδυτικά, όπου άρχιζαν τα «μακρά τείχη» (μετάφραση) που συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς τον λόφο των Νυμφών, διερχόταν από τον Κεραμεικό, έστρεφε ανατολικά τέμνοντας τη σημερινή οδό Αθηνάς στη διασταύρωση με την οδό Σοφοκλέους, προχωρούσε προς την οδό Αιόλου, τρεπόταν νοτιοανατολικά και ακολουθώντας φορά παράλληλη προς την οδό Σταδίου διερχόταν από την Πλατεία Κλαυθμώνος, διέσχιζε την οδό Κολοκοτρώνη, διερχόταν από την οδό Βουλής, ακολουθούσε το νοτιότερο τμήμα της οδού Νίκης και έφθανε στο Ολυμπιείο, απ’ όπου με τεθλασμένη γραμμή κατευθυνόταν προς τα δυτικά καταλήγοντας στον λόφο του Φιλοπάππου.

Το Θεμιστόκλειο τείχος κατεδαφίστηκε από τον Λύσανδρο μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 403 π.Χ., αλλά ξαναχτίστηκε το 394 π.Χ. από τον Κόνωνα, ενώ κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., χτίστηκε το διατείχισμα από τον λόφο των Μουσών ως τον λόφο των Νυμφών.

Τα τείχη της Αθήνας καταστράφηκαν οριστικά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. Κατά την εποχή του Αδριανού επισκευάστηκαν τα παλιά τείχη και περιτειχίστηκε η νέα αδριάνεια πόλη.

Το νέο αυτό τείχος άρχιζε από το σημείο συμβολής των σημερινών οδών Βουλής και Κολοκοτρώνη, εκτεινόταν ανατολικά και κατά μήκος της οδού Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι του ύψους της οδού Μέρλιν, τρεπόταν νοτιοανατολικά μέχρι το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο και από εκεί κατευθυνόταν νοτιοδυτικά προς το Ολυμπιείο, όπου ενωνόταν με το Θεμιστόκλειο τείχος.

Η μακρόχρονη ειρηνική περίοδος που ακολούθησε είχε ως συνέπεια να παραμεληθούν τα τείχη της Αθήνας.

Μόλις κατά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα πλαίσια του ευρύτερου αμυντικού προγράμματος του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.), έγινε συστηματική ανοικοδόμηση και μερική επέκταση των αθηναϊκών τειχών (πηγή , μετάφραση).

Ωστόσο, την επομένη δεκαετία, τα τείχη αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή για να προστατεύσουν αποτελεσματικά την πόλη από τη βαρβαρική απειλή.

Η επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ. επέφερε στην Αθήνα δεινή και ανεπανόρθωτη καταστροφή και ερήμωση, ανατρέποντας τη δημογραφική και την πολεοδομική φυσιογνωμία της.

Ο αστικός ιστός συρρικνώνεται και περιορίζεται στο κεντρικότερο τμήμα της πόλης, γύρω από τη Ρωμαϊκή Αγορά.

Η περιοχή αυτή, που εκτείνεται βόρεια του λόφου της Ακρόπολης, περιτειχίστηκε στα τέλη του 3ου αιώνα, πιθανότατα κατά την εποχή του αυτοκράτορα Πρόβου (276-282 μ.Χ.) ή λίγο αργότερα.

Το νέο αυτό τείχος ξεκινούσε από το βορειοδυτικό άκρο των τειχών της Ακρόπολης, κατευθυνόταν βόρεια κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της οδού των Παναθηναίων φθάνοντας στο νότιο άκρο της Στοάς του Αττάλου που ενσωματωνόταν σε αυτό, από το βόρειο άκρο της Στοάς κατευθυνόταν ανατολικά, συναντούσε τον νότιο τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που επίσης ενσωματωνόταν στο τείχος, προχωρούσε ανατολικά και σε απόσταση 350 περίπου μέτρων (εκεί όπου στη νεότερη εποχή θα ανεγειρόταν το αρχοντικό των Μπενιζέλων) έστρεφε νότια και κατευθυνόταν προς τα τείχη της Ακρόπολης. Είναι φανερό ότι το τείχος αυτό ήταν προϊόν έντονης ανησυχίας και φόβου και κατασκευάστηκε με σπουδή κάτω από την επήρεια της νωπής ακόμη ανάμνησης της συμφοράς που είχε προξενήσει η επιδρομή των Ερούλων.

Αποβλέποντας στην αποτροπή νέων δεινών, οι Αθηναίοι – όσοι είχαν απομείνει στη ρημαγμένη πόλη – οικοδόμησαν ένα οχυρό περίβολο χρησιμοποιώντας ως δομικό υλικό τους ίδιους τους δόμους των ερειπωμένων αρχαίων κτηρίων και εξοικονομώντας χρόνο και εργασία με την ενσωμάτωση στον περίβολο αυτό εκείνων των αρχαίων κτισμάτων που χάρη στη θέση, την κατασκευή και τον όγκο τους προσφέρονταν γι’ αυτό.

Η Αθήνα ήταν τώρα πια ένας περιορισμένος σε έκταση, μικρός και ολιγάνθρωπος οικισμός, που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σ’ ένα απέραντο και θλιβερό χώρο ερειπίων.

Παρ’ όλα αυτά, η ζωή επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς και κατά τον 4ο αιώνα η Αθήνα παρουσιάζει κάποιες (πηγή, μετάφραση) έχοντας καταστεί και πάλι σπουδαίο παιδευτικό κέντρο, όπου διδάσκουν ξακουστοί φιλόσοφοι, όπως ο Λιβάνιος, και όπου έρχονται να διδαχθούν νέοι απ’ όλη την ελληνορωμαϊκή οικουμένη.

Ανάμεσά τους και έξοχα πνεύματα του όψιμου αρχαίου κόσμου, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Μέγας Βασίλειος και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο γνωστός ως Παραβάτης (πηγή , μετάφραση).

Βέβαια, η Αθήνα δεν ήταν τότε παρά ένα φτωχό απομεινάρι του λαμπρού παρελθόντος.

Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, που είχε επισκεφθεί την Αθήνα στα τέλη του 4ου αιώνα έγραφε χαρακτηριστικά, ότι η πόλη δεν είχε τίποτα το σπουδαίο εκτός από τα ένδοξα τοπωνύμια: Ουδέν έχουσιν αι νυν Αθήναι σεμνόν, αλλ’ ή τα κλεινά των χωρίων ονόματα.

Μόνο τις άδειες φιλοσοφικές σχολές και τη γυμνή Ποικίλη Στοά μπορούσε κανείς να θαυμάσει στην Αθήνα, την πόλη που άλλοτε ήταν Εστία σοφών και τώρα «σεμνύνουσιν… οι μελιττουργοί» (Επιστ. 136 , μετάφραση).

Οπωσδήποτε κατά τον 4ο αιώνα η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται και πάλι έξω από το εσωτερικό τείχος, γεγονός που οδήγησε στην επισκευή του εξωτερικού αρχαίου τείχους κατά το δεύτερο μισό του αιώνα.

Στην ευρύτερη αυτή ζώνη της Αθήνας, όπου παρά τις αλλεπάλληλες δηώσεις και καταστροφές η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είχε ολότελα εξαφανιστεί, παρατηρείται έντονη οικοδομική δραστηριότητα γύρω στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 5ου αιώνα με την επισκευή παλαιών κτηρίων και την ανέγερση νέων.

Στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς, όπου το μόνο κτήριο που είχε διαφύγει την καταστροφή ήταν ο ναός του Ηφαίστου (το λεγόμενο «Θησείο»), επισκευάστηκαν η θόλος και το Μητρώον, ενώ στον νότιο κεντρικό χώρο της Αγοράς, όπου υπήρχε το Ωδείο του Αγρίππα, οικοδομήθηκε γύρω στο 400 μ.Χ. το Γυμνάσιον, πανεπιστημιακό συγκρότημα που περιλάμβανε αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, παλαίστρα και λουτρά.

Κάτοψη Σχολής που ανασκάφτηκε στην Αρχαία Αγορά (400-410 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, σελ. 133

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από τη βασιλεία του Θεοδοσίου Β΄μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού (408 – 565 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙ

Τμήμα της πρόσοψης της βιβλιοθήκης του Αδριανού, όπου η κιονοστοιχία με κίονες από φρυγικό μάρμαρο.

Ο χώρος είχε χρησιμεύσει για την ανέγερση του ναού των Αγίων Ασωμάτων στα Σκαλιά, ονομασία που προσέλαβε απο τις βαθμίδες της εισόδου της Βιβλιοθήκης.

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την εποχή του Ιουστινιανού μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Φράγκους (565 – 1205 μ.Χ.).

Η πόλη εκτείνεται και πέρα από το υστερορωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο στα όρια που περικλείονται από τα αρχαία τείχη, όπου αναπτύσσονται βυζαντινές συνοικίες και όπου εμφανίζονται διάσπαρτοι οι βυζαντινοί ναοί. Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙΙ

Πολλά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια οικοδομούνται νοτιότερα, κάτω από τον Άρειο Πάγο (πηγή , μετάφραση).

Επίσης επισκευάζεται η Βιβλιοθήκη του Αδριανού (από τον Ερκούλιο, ύπαρχο του Ιλλυρικού μεταξύ των ετών 402-410) και ανατολικότερα ανεγείρεται το 401 από τον ύπαρχο Αέτιο ένα μεγάλο οικοδόμημα προς τιμή των αυτοκρατόρων Ονωρίου και Αρκαδίου.

Άλλο Γυμνάσιο χτίζεται νότια του Ωδείου του Ηρώδη του Αττικού, ενώ παράλληλα επισκευάζονται πολλά από τα Γυμνάσια, τα ρωμαϊκά λουτρά και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν στην αδριάνεια πόλη.

Η επέκταση και η ανάπτυξη της Αθήνας έξω από το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό τείχος συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους αιώνες.

Και αυτή ακριβώς η επέκταση της πόλης αιτιολογεί την κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού ανοικοδόμηση του εξωτερικού τείχους παράλληλα με την επισκευή του εσωτερικού (πηγή ,μετάφραση).

Ο Ιουστινιανός, βέβαια, είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στην πνευματική και την οικονομική ζωή της Αθήνας με την κατάργηση των φιλοσοφικών σχολών (529 μ.Χ.) (πηγή , μετάφραση). Εξάλλου, τότε αποσπάστηκαν από κτήρια της αθηναϊκής Αγοράς κάποιοι κίονες, που μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να χρησιμοποιηθούν στην οικοδόμηση του ναού της Αγίας Σοφίας.

Έτσι, η μέριμνα για την αποκατάσταση των οχυρώσεων της Αθήνας θεωρήθηκε ως ένα είδος αποζημίωσης για όσα είχαν γίνει σε βάρος της.

Παρά την αποκατάσταση του εξωτερικού τείχους, το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό δεν αχρηστεύθηκε ούτε εγκαταλείφθηκε.

Χρήσιμο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, παρουσιάζει σαφή σημεία επισκευών κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή και αργότερα κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας.

Λίγο μετά τα μέσα του 11ου αιώνα, παράλληλα με τις επισκευές του εσωτερικού τείχους, χτίστηκε τοΡιζόκαστρο που περιέβαλε τον λόφο της Ακρόπολης.

Έτσι, κατά το τέλος της βυζαντινής περιόδου η Αθήνα διέθετε ικανή άμυνα χάρη στο σύστημα των τριών οχυρωματικών περιβόλων της. Ένα νεότερο τείχος, που κατασκευάστηκε με εντολή του βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή το 1778 και που περιέκλειε σημαντικά μικρότερη έκταση απ’ ό,τι το αρχαίο τείχος, αντικατέστησε τα ερειπωμένα πλέον παλιά τείχη της Αθήνας.

Παρά τις αλλεπάλληλες επιδρομές και τις οδυνηρές καταστροφές που επέφεραν στην αθηναϊκή ύπαιθρο και την πόλη, η εγκατοίκηση και η δραστηριότητα στον ευρύτερο αστικό χώρο της Αθήνας εξακολουθεί με αυξομειώσεις και διακυμάνσεις σε όλη τη βυζαντινή περίοδο.

Οι ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν την ύπαρξη βυζαντινών οικιών, εργαστηρίων και άλλων κτισμάτων, καθώς και ολόκληρων συνοικιών στις περιοχές της αρχαίας Αγοράς, του Αγοραίου Κολωνού, μεταξύ του λόφου των Νυμφών και του Αρείου Πάγου, νότια του Ριζόκαστρου και βόρεια του Ολυμπιείου.

Μεγάλες οικοδομές χτίστηκαν στα πρωτοχριστιανικά χρόνια και καταστράφηκαν κατά την επιδρομή των Ερούλων. Άλλα οικοδομικά σύνολα επιβιώνουν ως τα τέλη του 6ου αιώνα και εγκαταλείπονται μετά την επιδρομή των Σλάβων.

Νεότερα οικοδομήματα και συνοικίες στην περιοχή της Αγοράς και στις γειτονικές περιοχές ανάγονται σε διάφορες εποχές από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα.

Αλλά και νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς, μέσα στον εσωτερικό περίβολο υπάρχουν λείψανα οικιών από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα.

Σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται ίχνη καταστροφών που ανάγονται στις αρχές του 13ου αιώνα (επιδρομή του Λέοντα του Σγουρού το 1203, φραγκική κατάληψη το 1204) ή αποδίδονται στα πολεμικά γεγονότα του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνα.

Ο Χριστιανισμός, που εισάγεται στην Αθήνα ενωρίτατα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου (πηγή , μετάφραση), έμελλε να διαδραματίσει σπουδαιότατο ρόλο στη διαμόρφωση της αθηναϊκής τοπογραφίας των μετέπειτα αιώνων.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρώτος αθηναϊκός χριστιανικός ναός είχε χτιστεί τον 1ο μ.Χ. αιώνα στα βόρεια περίχωρα της πόλης και στον ναό αυτό οι χριστιανοί Αθηναίοι «ανεστήλωσαν» εικόνα της Θεοτόκου που είχε ζωγραφίσει ο ευαγγελιστής Λουκάς.

Ο ναός αυτός ταυτίστηκε με την παλαιοχριστιανική βασιλική που είχε ανασκαφεί το 1859 από τον Κ. Πιττάκη στα Πατήσια, στη θέση όπου υπήρχε τον 19ο αιώνα μικρός ναός του Αγίου Λουκά, που αντικαταστάθηκε από τον σημερινό περικαλλή ομώνυμο ναό της οδού Πατησίων.

Η ύπαρξη ενός χριστιανικού ναού σε απομακρυσμένη από την πόλη εξοχική τοποθεσία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες είναι δικαιολογημένη.

Ο ναός θα είχε οικοδομηθεί στο κτήμα κάποιου εύπορου χριστιανού Αθηναίου, που παρείχε την αναγκαία κάλυψη για λόγους ασφάλειας.

Εκεί θα είχε πιθανότατα δημιουργηθεί και χριστιανικό κοιμητήριο, ίσως κατά τον τύπο μιας κατακόμβης. Έξω από τα τείχη της πόλης στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού, στη θέση όπου είχε ταφεί ο επίσκοπος της Αθήνας Κλημάτιος είχε ανεγερθεί κατά τον 4ο αιώνα χριστιανική βασιλική, ενώ στην αριστερή όχθη του Ιλισού υπήρχε το «μαρτύριο» του Λεωνίδη, όπου επίσης ιδρύθηκε στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα μεγάλη χριστιανική βασιλική προς τιμή του μάρτυρα επισκόπου της Αθήνας.

Από τα μέσα του 5ου αιώνα, μετά τα διατάγματα του Θεοδοσίου του Β΄ κατά των Εθνικών (437 μ.Χ.), άρχισε η μετατροπή ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικούς, ενώ παράλληλα ανεγέρθηκαν νέοι χριστιανικοί ναοί (έχουν εντοπιστεί 22 συνολικά). Στην Ακρόπολη μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς ο Παρθενώνας (ως ναός της Παρθένου Μαρίας) και το Ερεχθείο , ενώ ανάμεσα σε αυτούς, στη θέση του ναού της Πολιάδος Αθηνάς, ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Τριάδας και στα Προπύλαια διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό (ίσως των Αρχαγγέλων) η νότια πτέρυγα του οικοδομήματος.

Ως τόποι χριστιανικής λατρείας χρησίμευσαν και τα σπήλαια της Ακρόπολης: το σπήλαιο του Πάνος (Άγιος Αθανάσιος), η Κλεψύδρα (Άγιοι Απόστολοι στα Μάρμαρα) και το σπήλαιο στο χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου (Παναγία η Σπηλιώτισσα). Στα μέσα του 5ου αιώνα ιδρύθηκε η βασιλική του Διονυσιακού θεάτρου και η βασιλική του Ασκληπιείου προς τιμή των Αγίων Αναργύρων, ενώ πάνω από το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού φέρεται ότι υπήρχε βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Μέσα στην κεντρική περιοχή της Αθήνας, την οποία περιέκλειε το υστερορρωμαϊκό τείχος, μετασκευάζεται σε βασιλική το λεγόμενο Αγορανομείο και σε βαπτιστήριο το Ωρολόγιο του Κυρρήστου. Εξάλλου, μέσα στον χώρο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα ο τετράκογχος ναός της Μεγάλης Παναγίας, που υπήρξε πιθανότατα ο καθεδρικός ναός της Αθήνας και που μετατράπηκε σε μικρότερη τρίκλιτη βασιλική στις αρχές του 6ου αιώνα. Πολλοί επίσης χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν και στον ευρύτερο χώρο της Αθήνας. Στον λόφο του Αγοραίου Κολωνού ο ναός του Ηφαίστου διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο.

Κάτω από τον Άρειο Πάγο υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός αφιερωμένος πιθανότατα στη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη – όπως και ο γειτονικός μεταγενέστερος ναός (του 17ου αιώνα), που τα ερείπιά του διακρίνονται στην περιοχή – ενώ στο σπήλαιο του λόφου των Νυμφών ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Μαρίνας. Βόρεια της αρχαίας Αγοράς υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός κάτω από τον σημερινό ναό του Αγίου Φιλίππου, καθώς και στη θέση όπου άλλοτε υπήρχε ο ναός της Αγίας Θέκλας και ένας τρίτος ακόμη βορειότερα, στην οδό Ευριπίδου, στη θέση όπου υπάρχει ο μικρός ναός του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα.

Ανατολικά της Ακρόπολης υπήρχαν πέντε παλαιοχριστιανικοί ναοί: στη θέση του μεταγενέστερου ναού της Αγίας Αικατερίνης, στη θέση του ναού της Σωτείρας του Λυκοδήμου, η βασιλική του Εθνικού Κήπου, η τρίκλιτη βασιλική στη βόρεια πλευρά του Ολυμπιείου (αφιερωμένη πιθανότατα στον Άγιο Νικόλαο) και ο ναός που υπήρχε νότια του Ολυμπιείου.

Τέλος, ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης, κοντά στη νότια όχθη του Ιλισού, μετατρέπεται σε ναό της Παναγίας με την επωνυμία Παναγία στην Πέτρα.

Στις περιπτώσεις μετατροπής των αρχαίων ναών και ιερών σε χριστιανικούς ναούς παρατηρείται η τάση διατήρησης του παραδοσιακού λατρευτικού χαρακτήρα του χώρου με τη μεταλλαγή της ειδωλολατρικής αφιέρωσης σε αντίστοιχη χριστιανική: ο Παρθενώνας (ναός της Παρθένου Αθηνάς) γίνεται ναός της Παρθένου Μαρίας (πηγή, μετάφραση), στα Προπύλαια διαμορφώνεται ναός των φρουρών Αρχαγγέλων, στο Ασκληπιείο ανεγείρεται ναός των Αγίων Αναργύρων και η εκεί αρχαία ιερή κρήνη γίνεται αποδεκτή ως άγιασμα, ενώ γύρω από τον ναό της Δήμητρας και της Κόρης (που η λατρεία τους συνδέεται με το πρόβλημα του θανάτου) δημιουργείται χριστιανικό κοιμητήριο.

Κατά την ίδια εποχή υπήρχαν οκτώ χριστιανικά κοιμητήρια στην Αθήνα.

Τα δύο βρίσκονταν μέσα στην πόλη, στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, στον χώρο του ναού του Αγίου Ανδρέα και της βασιλικής του Διονυσιακού θεάτρου.

Τα άλλα βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης: στον Κεραμεικό, στην περιοχή της παλιάς Βουλής, στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού (μεταξύ Δεξαμενής, Σχιστής Πέτρας και βασιλικής του Κληματίου), στον Ιλισό, όπου υπήρχε ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης (Παναγία στην Πέτρα), στην περιοχή του Κυνοσάργους και στη νότια πλευρά του λόφου του Φιλοπάππου.

Λίγο πριν από τα μέσα του 8ου αιώνα, η Αθήνα προάγεται εκκλησιαστικά από επισκοπή σε μητρόπολη (1 , 2 ), πράγμα που φανερώνει ότι την εποχή αυτή παρουσίαζε αξιόλογη ανάπτυξη. Τον 9ο αιώνα παρατηρείται νέα δραστηριότητα στον τομέα της ναοδομίας.

Τότε ανεγέρθηκαν νέοι ναοί, όπως οΆγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος του Μαγκούτη που χτίστηκε το 871 μ.Χ. στις βόρειες υπώρειες της Ακρόπολης (οδός Μνησικλέους) και η Παναγία Νεραντζιώτισσα στο Μαρούσι.

Μεγάλος αριθμός ναών οικοδομήθηκε στην Αθήνα από τον 10ο (Μονή Πετράκη) έως τα τέλη του 12ου αιώνα, οπότε το σύνολο των αθηναϊκών εκκλησιών υπολογίζεται ότι έφτασε τις σαράντα.

Από τους ναούς αυτούς σώζονται μέχρι σήμερα στην αρχική μορφή τους ή με μικρές μεταγενέστερες επεμβάσεις επτά ναοί του 11ου αιώνα – οι Άγιοι Απόστολοι του Σολάκη στην αρχαία Αγορά, οι Άγιοι Ασώματοι του Κεραμεικού, οι Άγιοι Θεόδωροι, η Καπνικαρέα, η Σωτήρα του Λυκοδήμου στην οδό Φιλελλήνων (σήμερα ρωσική εκκλησία), η Αγία Αικατερίνη, ο Άγιος Ιωάννης ο θεολόγος – και ένας του τέλους του 12ου αιώνα, η Παναγία η Γοργοεπήκοος (γνωστή ως «μικρή Μητρόπολη» ή Άγιος Ελευθέριος). Από τους υπόλοιπους, άλλοι έχουν παραμορφωθεί από τις μεταγενέστερες προσθήκες και επισκευές (όπως η Σωτήρα του Κωττάκη και ο Άγιος Νικόλαος του Ραγκαβά, όπου τελευταία έγιναν εργασίες αποκατάστασης) ή έχουν αντικατασταθεί με νεότερους ναούς που χτίστηκαν πάνω στους παλιούς διατηρώντας την παλιά επωνυμία (όπως η Αγία Ειρήνη, η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα, ο Άγιος Γεώργιος του Καρύκη, οι Άγιοι Ανάργυροι του Κολοκύνθη) ή, τέλος, διασώζονται μόνο κάποια ίχνη τους σε αρχαία οικοδομήματα.

Την εποχή αυτή εισάγεται στην αθηναϊκή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ο ρυθμός του δικιόνιου ή τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυρικού τύπου με τρούλο, όπως είναι οι περισσότεροι ναοί που έχουν διασωθεί, με εξαίρεση τον ναό της Σωτήρας του Λυκοδήμου, οκταγωνικού ρυθμού, που αποτελεί επίσης αρχιτεκτονική καινοτομία της εποχής και τον τρίκογχο ναό των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη.

Η περιοχή του Θησείου και του Ψυρρή με την εκκλησία των Αγ. Αναργύρων, κατοικίες και σκηνές της καθημερινής ζωής σχεδιασμένα από τον August Ferdinand Stademann και λιθογραφημένα για την έκδοση Panorama von Athen, Μόναχο 1841 (Aθήνα, Μουσείο Μπενάκη).

O ναός των Αγίων Αναργύρων είναι του 11ου αι. και ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου αλλά με ιδιότυπο εξάπλευρο τρούλλο, που χωρίζεται σε δύο τμήματα με εξέχον γείσο.

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 57, εικ. 22

Οι περισσότεροι από τους νέους αυτούς ναούς χτίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας που εκτείνεται έξω από το υστερορρωμαϊκό τείχος, όπου την εποχή αυτή υπάρχει σημαντική οικοδομική δραστηριότητα , όπως αποδεικνύεται από το πλήθος των ανασκαφικών ευρημάτων που ανάγονται στην περίοδο από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα.

Στο βόρειο άκρο της Αγοράς, ανατολικά του Θησείου .

Ο μικρός ναός είναι κομψό κτίσμα του δεύτερου μισού του 11ου αι. και ανήκει στον τετρακιόνιο αθηναϊκό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο και νάρθηκα.

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 109, εικ. 17], είχε διαμορφωθεί από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα ευρύτατη και πυκνοκατοικημένη συνοικία, που εγκαταλείπεται τον 13ο και δεν επαναδραστηριοποιείται έως τα τέλη του 18ου αιώνα.

Αντίθετα, στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του Αγοραίου Κολωνού και συνεχίζεται πέρα από την τάφρο της γραμμής του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου διαπιστώνεται μεγαλύτερη διάρκεια εγκατοίκησης.

Σε αυτή την περιοχή εντοπίστηκε ένα μεγάλο βυζαντινό οικοδόμημα του 12ου αιώνα που κόπηκε με τη διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής. Το κτήριο, που είχε 30 δωμάτια, πρέπει να εγκαταλείφθηκε τον 13ο ή τον 14ο αιώνα.

Ως προς τη χρήση του, που παραμένει άγνωστη, διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις, θεωρήθηκε ως αρχοντική κατοικία, ως πολυκατοικία, ως εμπορικό κέντρο ή δημόσιο κτήριο ή, τέλος, ως ενδιαίτημα των μοναχών του γειτονικού Αγίου Γεωργίου του Κολωνού (Θησείου) και ως ξενώνας προσκυνητών.

Ακόμη βορειότερα ανασκάφτηκε συνοικία με σχετικά μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια κατασκευής ή διακόσμηση.

Τα κτίσματα φαίνεται ότι καταστράφηκαν από πυρκαγιά στα μέσα του 12ου αιώνα και πιθανότατα η αιτία της καταστροφής να ήταν η νορμανδική επιδρομή του 1147 μ.Χ. Στην ίδια περιοχή, που πρέπει να ήταν εργατική συνοικία, ανασκάφτηκε ένα βιοτεχνικό συγκρότημα, πιθανότατα υφαντουργείο.

Η περιοχή σύντομα ανοικοδομήθηκε, αλλά στις αρχές του 13ου αιώνα μαρτυρείται νέα καταστροφή. Ακολούθησαν νεότερες οικοδομήσεις και καταστροφές τον 13ο και στις αρχές του 14ου αιώνα.

Ως δομικό υλικό είχαν χρησιμοποιηθεί αργοί λίθοι και σε μικρότερη κλίμακα δόμοι από αρχαία κτίσματα.

Οι τοίχοι ήταν επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα και τα δάπεδα καλύπτονταν από πιεσμένο χώμα με κάποια σπάνια εξαίρεση, όπου διασώζονται ίχνη ψηφιδωτού και πλακόστρωσης κεραμικής ή λίθινης.

Οι ίδιες σχεδόν οικοδομικές φάσεις διαπιστώνονται και στην περιοχή του Αγοραίου Κολωνού, όπου τα κτίσματα είχαν δομηθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα από λίθους και πλίνθους, ενώ οι αρχαίοι δόμοι χρησιμοποιούνται στις γωνίες των κτηρίων.

Και αυτών των κτισμάτων οι τοίχοι είχαν επιχριστεί με ασβεστοκονίαμα.

Φανταστική άποψη της Αθήνας από χειρόγραφο του 16ου αι. Χαρακτηριστική η τοποθέτηση γλαυκών στους πύργους των τειχών της πόλης.

Παρά τις επανειλημμένες καταστροφές και τις ανοικοδομήσεις, ο πολεοδομικός ιστός της Αθήνας δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά.

Οι αστικοί δρόμοι σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου ακολουθούν τον αρχαίο σχεδιασμό του οδικού δικτύου της πόλης και συμπίπτουν με τους αρχαίους δρόμους.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη νεότερη περίοδο αλλά και στη σημερινή ακόμη εποχή στο παλιό τμήμα της πόλης και στη διάταξη ορισμένων από τις βασικές οδικές αρτηρίες της Αθήνας.

Έξω από τα τείχη της πόλης, το αρχαίο δίκτυο των δρόμων που οδηγούσε στα περίχωρα της Αθήνας παραμένει αμετάβλητο.

Άλλωστε, με μικρές αποκλίσεις, επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Εδρισή (Al-Idrisi) αναφέρεται στην Αθήνα και την περιγράφει ως «πολυάνθρωπη πόλη που περιβάλλεται από κήπους και καλλιεργημένα χωράφια» (πηγή ).

Αλλά και ο πατριάρχης Λουκάς Χρυσοβέργης λίγα χρόνια αργότερα, το 1166, δεν διστάζει να προσδώσει στην Αττική τον ευφημισμό «πανευδαίμων χώρα». Ο ίδιος ο Μιχαήλ ο Χωνιάτης, ο λόγιος μητροπολίτης της Αθήνας, που με κάθε ευκαιρία εκφράζει την απογοήτευση που αισθάνεται για την κατάντια της Αθήνας, εκστασιάζεται από το φυσικό περιβάλλον και βεβαιώνει έμμεσα ότι άλλοτε η Αττική ήταν χώρα πολυπληθής. Παρά το αμμώδες και φτωχό κατά τη μαρτυρία του Χωνιάτη έδαφος της Αττικής, υπήρχαν ελαιώνες και αμπελώνες, καθώς και χωράφια δοσμένα στην καλλιέργεια του σταριού.

Το αττικό τοπίο συμπληρώνεται με τις πευκόφυτες εκτάσεις, που κάλυπταν τους λόφους του λεκανοπεδίου και έφταναν στις πλαγιές των γειτονικών βουνών.

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, λίγα χρόνια πριν από τον ερχομό του μητροπολίτη Μιχαήλ του Χωνιάτη, η Αθήνα έπαθε μεγάλη καταστροφή από την επιδρομή των Σαρακηνών, που κατέλαβαν την πόλη και απείλησαν το Ριζόκαστρο και την Ακρόπολη.

Την άθλια εικόνα της κατεστραμμένης πόλης αντίκρισε ο Χωνιάτης, όταν εόρτασε στην Αθήνα το 1182.

Γεμάτος από το όραμα του αθηναϊκού μεγαλείου της κλασικής εποχής, ο λόγιος ιεράρχης αντικρίζει ένα απογοητευτικό θέαμα . Ερειπωμένα ή ολότελα γκρεμισμένα τείχη, σπίτια να έχουν ανασκαφεί και να έχουν μετατραπεί σε χωράφια , ανθρώπους σε απόγνωση από τον λοιμό και την πείνα που μάστιζε την πόλη.

Ο ίδιος θρηνεί για την κατάσταση της Αθήνας και την περιγράφει μεζοφερά χρώματα στις επιστολές και στους λόγους του προσπαθώντας να κινήσει το ενδιαφέρον των ισχυρών για την ανακούφιση του ποιμνίου του.

Αλλά στη διάρκεια της ιεραρχίας του ο Χωνιάτης θα έβλεπε να ολοκληρώνεται η φοβερή αυτή καταστροφή με την εισβολή στην Αττική, το 1203, του Λέοντα του Σγουρού, δυνάστη του Ναυπλίου.

Ο δραστήριος μητροπολίτης της Αθήνας υπερασπίστηκε τότε με σθένος την πόλη και το ποίμνιό του αντιτάσσοντας αποτελεσματική άμυνα στον επιδρομέα.

Ωστόσο, τα αποθέματα δυνάμεων φαίνεται ότι είχαν εξαντληθεί .

Οι Αθηναίοι, εξουθενωμένοι από τις λεηλασίες και τις καταστροφές, δεν ήταν πλέον σε θέση να προβάλουν άλλη αντίσταση ούτε η κατάσταση της πόλης το επέτρεπε.

Η Αθήνα έγινε, λοιπόν, εύκολη λεία για τους Φράγκους που έφτασαν το 1204 και διεκδίκησαν την κατοχή της.

Ο Χωνιάτης, βλέποντας τώρα πως ήταν ανώφελο να προβάλει αντίσταση στους σιδερόφρακτους ιππότες, παρέδωσε την Αθήνα στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό.

Με απληστία οι νέοι κυρίαρχοι της ένδοξης πόλης επιδόθηκαν στη λεηλασία και τη διαρπαγή των εκκλησιαστικών θησαυρών, των κειμηλίων και των άλλων πολύτιμων αντικειμένων που υπήρχαν εκεί.

Ο Παρθενώνας, ο περίλαμπρος ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, λαφυραγωγήθηκε, ενώ η σπουδαία βιβλιοθήκη του Χωνιάτη λεηλατήθηκε και τα χειρόγραφά της διασκορπίστηκαν.

Ο ίδιος ο Χωνιάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και, αφού περιπλανήθηκε για κάποιο διάστημα στη Θεσσαλονίκη και στην Εύβοια, εγκαταστάθηκε τελικά στην Κέα.

Ο Βονιφάτιος παραχώρησε την Αθήνα και την Αττική ως φέουδο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Όθωνα de la Roche, που προσαγορεύτηκε «Κύριος των Αθηνών» (Dominus Athenarum, Sire d’ Athènes) και από τους Έλληνες «Μέγας Κυρ» ή «Μέγας Κύρης».

Γενική άποψη της Αθήνας με θέα προς τη θάλασσα. Σχεδιαστής ο Wolfensberger και χάρακτης ο Brandard (19ος αι.).

Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 38144

Μετά την παράδοση της πόλης και την αποχώρηση του Χωνιάτη, η Αθήνα εγκαταλείπεται στην κυριαρχία των Λατίνων στερημένη από κάθε δυνατότητα πολιτικής ή εκκλησιαστικής προστασίας από ελληνικής πλευράς.

Στη διάρκεια των δυόμισι αιώνων της λατινικής κυριαρχίας η Αθήνα παραμένει μια μικρή πόλη . Επιχρωματισμένη η περιοχή της πόλης μέσα στα όρια του υστερορωμαϊκού τείχους και του Ριζόκαστρου.] που περιορίζεται μέσα στο υστερορρωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο.

Το εξωτερικό τείχος εγκαταλείπεται οριστικά και στην έκταση που περικλείει παραμένουν μόνο τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων μνημείων συντροφιασμένα από τους κομψούς βυζαντινούς ναούς των προηγούμενων αιώνων ανάμεσα σε πλήθος από χαλάσματα κατοικιών, όπου λίγες δεκαετίες νωρίτερα υπήρχε η ζωντανή ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα.

Τον 13ο αιώνα ελάχιστες επεμβάσεις γίνονται στον αθηναϊκό αστικό χώρο.

Στην Ακρόπολη οι Βουργουνδοί κυρίαρχοι γύρω στα μέσα του αιώνα σφραγίζουν την κύρια πύλη – τη γνωστή ως πύλη Beulé – και χρησιμοποιούν τη δεύτερη μικρότερη πύλη που βρίσκεται κάτω από τον πύργο του ναού της Απτέρου Νίκης, απ’ όπου γινόταν η άνοδος στην Ακρόπολη από τα προϊστορικά χρόνια.

Για την προστασία της πύλης αυτής χτίστηκε ένα προτείχισμα, που τμήμα του διατηρείται μέχρι σήμερα.

Την ίδια περίπου εποχή κατασκευάστηκε το οχυρωματικό τείχος της πηγής της Κλεψύδρας, ανοίχτηκε δίοδος στον βόρειο αναλημματικό τοίχο των Προπυλαίων και κατασκευάστηκε η κλίμακα που εξασφάλιζε την επικοινωνία του χώρου των Προπυλαίων με την πηγή της Κλεψύδρας.

Εξάλλου, για την ενίσχυση της οχύρωσης της Ακρόπολης, οικοδομήθηκε στη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων ο Φραγκικός πύργος που κατεδαφίστηκε το 1875.

Από τον πύργο αυτό ήταν δυνατή η κατόπτευση όλου του αθηναϊκού λεκανοπεδίου και η επιτήρηση των τειχών της Ακρόπολης σε συνδυασμό με τον άλλο πύργο που κατασκευάστηκε επίσης τότε στην ανατολική πλευρά, τον γνωστό ως Belvedere.

Κατά την οικοδόμηση του Φραγκικού πύργου καταστράφηκε ο παλαιοχριστιανικός ναός που υπήρχε στη νότια πτέρυγα τωνΠροπυλαίων , αλλά δημιουργήθηκε άλλος στον άξονα του συγκροτήματος.

Οι Καταλανοί, που έγιναν κύριοι της Αθήνας μετά τη μάχη του βοιωτικού Κηφισού το 1311, μετέτρεψαν τα Προπύλαια σε Διοικητήριο (Palau del Castell de Cetines) και προσοικοδόμησαν το παρεκκλήσι του Αγίου Βαρθολομαίου (La Capella de Sant Berthomeu).

Στην Ακρόπολη είχε εγκατασταθεί η διοίκηση και η φρουρά αλλά και ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες, ενώ σε κτήριο που είχε ανεγερθεί ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερεχθείο διέμενε ο Λατίνος επίσκοπος της Αθήνας με το σώμα των δώδεκα εφημερίων του καθεδρικού ναού.

Περισσότερη οικοδομική δραστηριότητα επέδειξαν οι Φλωρεντινοί δούκες της Αθήνας. Στον Νέριο τον Α’ τον Acciaiuoli (1387-1395) αποδίδεται η επισκευή των τειχών, η κατασκευή δρόμων και η μετασκευή των Προπυλαίων σε δουκικό μέγαρο.

Τα Προπύλαια της Ακρόπολης διασκευασμένα σε ανάκτορο των Ατσαγιουόλι, των Φλωρεντινών δουκών της Αθήνας (σχέδιο Τ. Τανούλα).Αθήναι. Από την κλασική εποχή έως σήμερα, σελ. 217

Οι εργασίες που συντελέστηκαν τότε στα Προπύλαια ανέδειξαν το κτηριακό αυτό συγκρότημα σε ισχυρότατο ανεξάρτητο οχυρό.

Ο Νέριος ο Α’ ενδιαφέρθηκε επίσης για την ανακαίνιση του Παρθενώνα, τον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Φράγκους είχε μετατραπεί σε ναό δυτικού δόγματος (Santa Maria di Setines). Τότε ενδέχεται να ανοικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Μαγκούτη, που επίσης διαμορφώθηκε ως ναός δυτικός.

Εξάλλου, η αποκατάσταση της ορθόδοξης Εκκλησίας και η ανασύσταση του μητροπολιτικού θρόνου από τον Νέριο τον Α’ είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα.

Οι περισσότεροι αθηναϊκοί ναοί επισκευάζονται αυτή την εποχή και παράλληλα ανεγείρονται νέοι. Τότε οικοδομήθηκε ο μικρός ναός της Μεταμόρφωσης στο βόρειο πρανές της Ακρόπολης, ο ναός τουΠροφήτη Ηλία στη Ρωμαϊκή Αγορά που δεν έχει διασωθεί και ο ναός του Αγίου Φράγκου στον Ιλισό, κοντά στο Στάδιο, γνωστός από κείμενα περιηγητών.

Την ίδια εποχή φαίνεται ότι προστέθηκαν στους αθηναϊκούς ναούς και τα καμπαναριά. Μετά την πρόσκαιρη βενετική κατοχή (1395-1403) η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται στην Αθήνα την εποχή του Αντώνιου του Α’ του Acciaiuoli. Ωστόσο, παρά τη δραστηριότητα αυτή, σε όλη τη διάρκεια της λατινικής κυριαρχίας η Αθήνα δεν επεκτείνεται ουσιαστικά έξω από το υστερορρωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο, παραμένοντας μια μικρή πόλη με συνολική έκταση 400.000 τετραγωνικά μέτρα και περίμετρο τειχών μόλις 2.170 μέτρα.

Βέβαια, τη μικρή αυτή πόλη εξακολουθούσε να την περιβάλλει η αίγλη του ένδοξου παρελθόντος, που αδιάψευστοι μάρτυρες του ήταν τα επιβλητικά ερείπια των αρχαίων μνημείων, οι εγκατεσπαρμένοι μαρμάρινοι δόμοι, οι απειράριθμες επιγραφές και κοντά σε όλα αυτά τα σεμνά μνημεία των παλαιοχριστιανικών χρόνων και οι ναοί των προσφάτων βυζαντινών αιώνων, που επιβεβαίωναν την αδιάλειπτη πολιτισμική συνέχεια της Αθήνας.

Άποψη της πόλης της Αθήνας, χαλκογραφία από το έργο του Vincenzo Maria Coronelli, Memorie istoriografiche de’ regni della Morea, Negreponte e littoral fin’ a Salonichi… Βενετία 1686. Αποτελεί αναπαραγωγή του χαρακτικού του J. Spon με ζωγραφικότερη απόδοση, χωρίς τοπωνυμικό υλικό.

Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 5, αρ. 4

Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο το γεγονός ότι ο σπουδαίος Άραβας πολεμιστής, ιστοριογράφος και γεωγράφοςAbulfeda, στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα αναφέρεται με θαυμασμό στην Αθήνα βεβαιώνοντας ότι υπήρξε η κοιτίδα της ελληνικής φιλοσοφίας και ο τόπος όπου διατηρούνται οι επιστήμες και οι φιλοσοφικές διδασκαλίες των Ελλήνων.

Την ίδια περίπου εποχή, ο Γερμανός κληρικός Λουδόλφος από το Sudheim της Βεστφαλίας, προσκυνητής στους Άγιους Τόπους (1336-1341), πέρασε από την Πελοπόννησο και κατέγραψε τις πληροφορίες που πήρε για την Αθήνα , που ωστόσο δεν επισκέφτηκε. «Η πόλη αυτή», σημειώνει, «άλλοτε ήταν επιφανέστατη, αλλά τώρα είναι σχεδόν έρημη» (Haec civitas quondam fuit nobilissima, sed nunc est quasi deserta). Και εξηγεί ότι η ερήμωση της πόλης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι αθηναϊκές αρχαιότητες είχαν μεταφερθεί ως δομικό υλικό στη Γένουα, όπου χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση και στον καλλωπισμό της πόλης εκείνης, «όπου δεν υπάρχει μαρμάρινη κολώνα ή όμορφο λίθινο γλυπτό παρά μονάχα ότι έχει μεταφερθεί εκεί από την Αθήνα».

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, η Γένουα χτίστηκε ολοκληρωτικά από αθηναϊκό υλικό, όπως ακριβώς και η Βενετία είχε χτιστεί με τις πέτρες της Τροίας.

Φυσικά, πρόκειται για υπερβολή που οφείλεται σε πλανημένα και αφελή ακούσματα, όπου παρ’ όλα αυτά, διαφαίνονται δύο σημαντικά πραγματικά στοιχεία: η τάση των Δυτικών για απόσπαση από τον ελληνικό χώρο και νεοπλουτική ιδιοποίηση των έργων της αρχαιότητας – τάση που από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι τα νεότερα χρόνια είχε οδυνηρές επιπτώσεις για την Ελλάδα – και η μυθοπλασία ευγενούς πολιτισμικού παρελθόντος των νέων ισχυρών ιταλικών πολιτειών, της Γένουας και της Βενετίας, που επιδίωκαν να ανταγωνιστούν και να υπερκεράσουν σε αίγλη την κραταιά Ρώμη, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν την υπεροχή και την ηγεμονία στον χώρο της Ελληνικής Ανατολής γι’ αυτό και προβάλλονταν ως διάδοχοι των ενδοξότερων πόλεων της αρχαιότητας.

Στα τέλη του 14ου αιώνα επισκέφτηκε την Αθήνα ο Ιταλός νοτάριος από την Κάπουα Niccolo da Martoni, που ταξίδευε επιστρέφοντας στην Ιταλία από ένα προσκύνημα στην Ανατολή.

Έφτασε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 1395 και στις δύο ημέρες που έμεινε εδώ φρόντισε να γνωρίσει την πόλη και να ξεναγηθεί στα μνημεία της.

Η καταγραφή της εμπειρίας του αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την κατάσταση του αθηναϊκού χώρου εκείνη την εποχή.

Η πόλη, όπως αναφέρει ο da Martoni, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βουνά και περιβάλλεται από μια όμορφη πεδιάδα, όπου υπάρχουν «πολλοί και ωραίοι ελαιώνες» (plura et pluchra oliveta). Ο da Martoni επισημαίνει το πλήθος των ερειπίων, τονίζει το μέγεθος και την έκταση που είχε άλλοτε η πόλη και υπογραμμίζει το γεγονός ότι μετά την τελευταία καταστροφή της είχε πλέον περιοριστεί σ’ ένα μικρό οικισμό κοντά στην Ακρόπολη.

Ο ναός των Ταξιαρχών της Αγοράς σε επιχρωματισμένη χαλκογραφία του William Cole (1833) για το Select views of the remains of ancient monuments in Greece, που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1835 (Μουσείο Μπενάκη).

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 113, εικ. 21

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου, η πόλη είχε τότε περίπου χίλια νοικοκυριά. Η Αθήνα δεν διέθετε πανδοχείο ή άλλο κατάλυμα για ξένους και ο da Martoni φιλοξενήθηκε στο σπίτι του βικάριου του Λατίνου αρχιεπισκόπου.

Ο Ιταλός επισκέπτης κατά τη σύντομη παραμονή του στην πόλη εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις αθηναϊκές αρχαιότητες.

Με τη συνοδεία, λοιπόν, αθηναίων ξεναγών επισκέφτηκε το αδριάνειο υδραγωγείο στους πρόποδες του Λυκαβηττού και την εκεί δήθεν Σχολή του Αριστοτέλη, από εκεί κατεβαίνει στις όχθες του Ιλισού, όπου επισκέπτεται το Ολυμπιείο που το θεωρεί ως ανάκτορο του Αδριανού, περιγράφει την κομψή Πύλη του Αδριανού, τα ερείπια του Σταδίου και την εκεί ρωμαϊκή γέφυρα του Ιλισού και τέλος καταλήγει στην Ακρόπολη.

Εκεί θαυμάζει ο ξένος επισκέπτης το δουκικό ανάκτορο των Προπυλαίων, ενώ μένει έκθαμβος όταν επισκέπτεται τον Παρθενώνα, τη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, περιγράφει με λεπτομέρεια το μεγαλειώδες κτήριο και καταγράφει τιςπαραδόσεις που σχετίζονται με αυτό.

Στο δεύτερο τέταρτο του 15ου αιώνα επισκέφτηκε δύο φορές την Αθήνα, το 1436 και το 1444, ο Ιταλός αρχαιοδίφης Κυριακός de Pizzicoli από την Αγκώνα.

Ο Κυριακός παρατηρεί με περισσότερη εμβρίθεια τον αθηναϊκό χώρο, περιγράφει τις αρχαιότητες, σχεδιάζει, αντιγράφει επιγραφές. Στο πρώτο ταξίδι του επισκέπτεται και αυτός το αδριάνειο υδραγωγείο και σημειώνει ότι οι Αθηναίοι το θεωρούσαν ως Σχολή του Αριστοτέλη (φαίνεται πως ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο ήταν από τα περισσότερο αξιοθέατα μνημεία της τότε Αθήνας).

Θεωρεί, ωστόσο, και αυτός το Ολυμπιείο ως ανάκτορο του Αδριανού, μνημονεύει τα χορηγικά μνημεία του Λυσικράτη και του Θρασύλλου και περιγράφει το μνημείο του Φιλοπάππου.

Κάνει λόγο, επίσης, για τα «νέα τείχη» της Αθήνας (nova moenia) που, όπως αναφέρει, είχαν χτιστεί από τους Φλωρεντινούς ή τους Καταλανούς και όπου είχαν ενσωματωθεί πολλές αρχαίες επιγραφές.

Είναι προφανές ότι ο Κυριακός αναφέρεται στο υστερορρωμαϊκό τείχος της Αθήνας που είχε επισκευαστεί στα χρόνια της ξένης κυριαρχίας.

Έξω από αυτό το τείχος, ο Κυριακός επισκέφτηκε το «Θησείο», που το αναφέρει ως ναό του Άρη. Στο δεύτερο ταξίδι του στην Αθήνα, οκτώ χρόνια αργότερα, ο Κυριακός περιγράφει το Ωρολόγιο του Κυρρήστου «τον μαρμάρινο οκταγωνικό ναό του Αιόλου» και ανεβαίνει στην Ακρόπολη, όπου περιγράφει τα υπέροχαΠροπύλαια και θαυμάζει τον Παρθενώνα «εκείνο τον έξοχο και θαυμάσιο ναό» (eximium illud et mirable templum).

Όπως έχει παρατηρηθεί, είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Κυριακός είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί και πάλι στα νεότερα χρόνια τον όρο Acropolis αντί του συνηθισμένου από τη μεσαιωνική εποχή όρου «Κάστρο» (Castrum).

Ο πύργος των Ανέμων (Ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρήστου) στη Ρωμαϊκή Aγορά σε επιχρωματισμένη λιθογραφία του Theodore du Moncel από το Vues pittoresques des monuments d’Athènes, Παρίσι 1845 (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 37, εικ. 6

Ένας άγνωστος Έλληνας συγγραφέας συνέταξε λίγο μετά τα μέσα του 15ου αιώνα σύντομο οδηγό στις αθηναϊκές αρχαιότητες με τίτλο Τα θέατρα και τα διδασκαλεία των Αθηνών.

Στο κείμενο αυτό, γνωστό ως Ανώνυμος της Βιέννης, συνυπάρχουν πραγματικά στοιχεία του αθηναϊκού χώρου, παραδόσεις και μυθεύματα.

Βέβαια, ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει τη σύγχρονή του Αθήνα, αλλά να ταυτίσει με συγκεκριμένες θέσεις και μνημεία τις υπαρκτές ή φανταστικές σχολές των μεγάλων φιλοσόφων και δραματουργών της αρχαιότητας, περιγράφοντας έμμεσα τον χώρο και μεταφέροντας αντιλήψεις της εποχής.

Στα περίχωρα, λοιπόν, της τότε Αθήνας τοποθετεί ορισμένες από τις μεγάλεςσχολές : την Ακαδημία στην τοποθεσία Βασιλικά, στα νότια της πόλης, το διδασκαλείο του Πλάτωνος στο Παραδείσιον, που κατά μία άποψη ταυτίζεται με τα Πατήσια, την Ελαιατική σχολή στους Αμπελοκήπους, όπου υπήρχε ο αρχαίος δήμος Αλωπεκής, ονομασία που παρεφθαρμένη ανιχνεύεται στο νεότερο τοπωνύμιο και τέλος τις σχολές του Πολυζήλου και του Διόδωρου στον Υμηττό.

Μέσα στην Αθήνα τοποθετεί τη σχολή του Σωκράτη στο Ωρολόγιο του Κυρρήστου και θεωρεί ότι δυτικά σε αυτό ίστανται τα παλάτια του Θεμιστοκλέους, προσδιορίζοντας με αυτό τον χαρακτηρισμό τα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς.

Αναφέρεται, επίσης, στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς και στην περιοχή που εκτείνεται στο νότιο πρανές της Ακρόπολης, όπου στα ερείπια του Ωδείου του Ηρώδη του Αττικού αναγνωρίζει το παλάτι του Μιλτιάδη, ενώ τη Στοά του Ευμενή τη θεωρεί ως διδασκαλείον λεγόμενον του Αριστοτέλους. Στην περιοχή που εκτείνεται ανατολικά της Ακρόπολης ανάμεσα σε άλλα αξιοθέατα ίσταται ο Λύχνος του Δημοσθένους, όπως λεγόταν τότε το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη, γνωστό στα νεότερα χρόνια ως «Φανάρι του Διογένη» .Μνημονεύει την Πύλη του Αδριανού , το Ολυμπιείο, που και αυτός θεωρεί ότι ήταν οίκος βασιλικός, την «Εννεάκρουνο» – όπως την ονομάζει – Καλλιρρόη πηγή, τον ναό της Δήμητρας και της Κόρης που τον θεωρεί ως ναό της Ήρας που «μετεποιήθη εις ναόν της υπεραγίας Θεοτόκου υπό των ευσεβών» (η γνωστή «Παναγία στην Πέτρα»). Περιγράφει ακόμη τοΣτάδιο , το υδραγωγείο του Αδριανού και τέλος αναφέρεται στην Ακρόπολη . Εκεί αντικρίζει τον ναό της Απτέρου Νίκης, που τον θεωρεί ως ένα μικρόν διδασκαλείον για μουσικούς όπερ Πυθαγόρας ο Σάμιος συνεστήσατο και περιγράφει το περικαλλές δουκικό ανάκτορο των Προπυλαίων (παλάτιον μέγιστον), όπου υπήρχε η Καγκελλαρία, στον χώρο της αρχαίας Πινακοθήκης, η στοά όπου δίδασκαν οι Στωικοί και απέναντι σε αυτή το διδασκαλείο των Επικούρειων.

Τέλος, περιγράφεται ο Παρθενώνας , ο ναός της θεομήτορος ον ωκοδόμησαν Απολώς και Ευλόγιος επ’ όνόματι αγνώστω θεώ.

Αγορά της Αθήνας, με την Ακρόπολη στο βάθος και δύο μιναρέδες. Έγχρωμο χαρακτικό του Sasso, από τον τρίτο τόμο του βιβλίου Giulio Ferrario, Il costume antico e moderno, Φλωρεντία 1827.

Βενετία, Biblioteca Querini Stampalia, I. d. 2056 και Συλλογή οικογένειας Ν. Μοσχονά

Το 1456, τα στίφη του Οθωμανού διοικητή της Θεσσαλίας Ομάρ, που με εντολή του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή είχαν εκστρατεύσει κατά της Αθήνας, κυρίευσαν την πόλη και την Ακρόπολη, κατέλυσαν το δουκάτο της Αθήνας και επέβαλαν την οθωμανική κυριαρχία. Δύο χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1458, επισκέφτηκε την Αθήνα ο ίδιος ο Μωάμεθ.

Περιηγήθηκε τα μνημεία της πόλης και επιθεώρησε τα λιμάνια της περιοχής.

Ενθουσιασμένος από το θέαμα της Ακρόπολης και των άλλων μνημείων εκδήλωσε την ικανοποίησή του για την απόκτηση της Αθήνας και εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τον Ομάρ.

Η οθωμανική κατάκτηση συντελέστηκε χωρίς να προξενηθούν καταστροφές στην πόλη.

Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, το 1464, η Αθήνα δέχτηκε την επιδρομή των Βενετών που πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία την Ακρόπολη και επιδόθηκαν στη λεηλασία και την καταστροφή της κάτω πόλης.

Έπειτα από λίγα χρόνια, γύρω στο 1470, επισκέφτηκε την Αθήνα ένας άγνωστος Βενετός που συνέταξε μια αξιοσημείωτη περιγραφή του αθηναϊκού χώρου. Αναφέρεται στη θέση της πόλης, περιγράφει το «Κάστρο» – την Ακρόπολη – που το χαρακτηρίζει «πολύ ωραίο», εντυπωσιάζεται από τον Παρθενώνα (τον θεωρεί βέβαια ως αρχαίο ρωμαϊκό ναό) και θαυμάζει τα ανάκτορα των Προπυλαίων. Η τειχισμένη πόλη απλώνεται βόρεια του Κάστρου.

Πολυάριθμα λείψανα αρχαίων κτηρίων υπάρχουν μέσα στον περιτειχισμένο χώρο και έξω από αυτόν. Τα αρχαία τείχη είναι ερειπωμένα αλλά πολύ εντυπωσιακά.

Ο Βενετός επισκέπτης περιγράφει τοΟλυμπιείο, χαρακτηρίζει την Πύλη του Αδριανού ως «ωραία θριαμβική αψίδα» (un bel arco triuphale) και αντιγράφει τις δύο επιγραφές της.

Επισκέπτεται το αδριάνειο υδραγωγείο στους πρόποδες του Λυκαβηττού, που οι Αθηναίοι το θεωρούσαν, όπως λέει, ως Σχολή του Αριστοτέλη, αναφέρει περιγραφικά το μνημείο του Λυσικράτη ως ένα ωραιότατο μαρμάρινο κτίσμα που μοιάζει με φανάρι, και βρίσκεται όχι μακριά από τα τείχη της κατοικημένης περιοχής, αναφέρει τα χορηγικά μνημεία του Θρασύλλου και του Θρασικλή, περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια το μνημείο του Φιλοπάππου, που το θεωρεί ως μνημείο του Αδριανού, όπως συνέβαινε ως τον 17ο αιώνα.

Στη συνέχεια περιγράφει τοΘησείο, την είσοδο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που χρησίμευε ως πύλη της Αθήνας από τον βορρά, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου που είχε μετασκευαστεί σε χριστιανικό ναό – «πολύ αξιόλογο έργο», όπως επιλέγει – σημειώνει μαζί με άλλα ερείπια το (δυτικό) πρόπυλο της Ρωμαϊκής Αγοράςκαι, τέλος, επισκέπτεται το λιμάνι του Πειραιά, όπου είδε το μαρμάρινο, επώνυμο του τόπου λιοντάρι.

Είναι φανερό ότι, παρά τις επιμέρους διαφορές που οφείλονται στη νοοτροπία, την παιδεία, τα ενδιαφέροντα και την πληροφόρηση κάθε συγγραφέα, όλα τα κείμενα παρουσιάζουν ορισμένα κοινά στοιχεία που επιτρέπουν τη συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων.

Τα σημαντικότερα είναι ο περιορισμός της Αθήνας μέσα στα όρια του υστερορρωμαϊκού τείχους και του Ριζόκαστρου, η καταστροφή του αρχαίου τείχους, η διάσωση ορισμένων αρχαίων οικοδομημάτων και μνημείων της Ακρόπολης και ορισμένων από τα μνημεία της κάτω πόλης για νέες χρήσεις, η διατήρηση στη μνήμη των συγχρόνων του πραγματικού προορισμού του μνημείου ή αντίθετα η αλλοίωση της ιστορίας του από την προφορική παράδοση, η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στην αρχαιότητα και η παντελής έλλειψη ειδήσεων για τη μορφολογία και την ποιότητα του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος και των σημαντικών μεσαιωνικών μνημείων της πόλης ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποια πενιχρή πληροφορία ή έμμεση αναφορά.

Στα περίχωρα της πόλης υπήρχαν επίσης θαυμάσια μεσαιωνικά μνημεία, όπως οι μονές της Καισαριανής, του Αστεριού και του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού στον Υμηττό, η Όμορφη Εκκλησιά στις υπώρειες του Αγχεσμού (στο σημερινό Γαλάτσι), η εξαίσια μονή του Δαφνίου, όπου είχαν εγκατασταθεί Δυτικοί μοναχοί του τάγματος των Κιστερκιανών και χρησίμευσε ως μαυσωλείο των Φράγκων δουκών της Αθήνας και τέλος η Μονή των Κλειστών στις υπώρειες της Πάρνηθας.

Όλα αυτά τα μοναστήρια και οι αντίστοιχοι ναοί χτίστηκαν κατά την περίοδο από τα μέσα του 10ου μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα και αποτελούν θαυμαστά μνημεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

Τοπογραφικό της Ακρόπολης και σχηματική απεικόνιση της Αθήνας και του Πειραιά. Σημειώνονται οι δρόμοι που οδηγούν στην εξοχή, το Στάδιο με τη γέφυρα του Ιλισσού, το Ολυμπιείο (ως «Στύλοι του Αδριανού»), οι εκκλησίες των Αγίων Θεοδώρων, της Αγίας Σκέπης, της Παναγίας του Λυκοδήμου, αλλά και του Αγ. Κοσμά (όπου η σημερινή ομώνυμη περιοχή), του Αγ. Νικολάου κοντά στον όρμο του Φαλήρου και το λιμάνι του Πειραιά (Porto Leone).

Την πόλη περιβάλλουν οι ποταμοί Ιλισός και Κηφισός.

Οξυγραφία από το έργο του George Wheler Voyage de Dalmatie, de Grece, et du Levant, 2vol., Amsterdam 1689, άγγλου που περιηγήθηκε μαζί με τον J. Spon την Ελλάδα.

Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 7, αρ. 6

Στη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων, η φυσιογνωμία του τοπίου στα περίχωρα της Αθήνας δέχτηκε ορισμένες μεταβολές που οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα.

Οι αθηναϊκοί ελαιώνες, οι αμπελώνες, οι κήποι, τα άλση και οι πευκώνες συχνά καταστρέφονται κατά τις επιδρομές των ποικιλώνυμων εισβολέων που άφηναν μετά την αποχώρηση τους καμένη γη και ερείπια.

Η ανασυγκρότηση του χώρου μετά την καταστροφή ακολουθούσε άλλους ρυθμούς που επέβαλλαν οι νέες συνθήκες και οι ανάγκες του πληθυσμού.

Εξάλλου, η δημογραφική κάμψη, αναπόφευκτη συνέπεια των επιδρομών, αποτελούσε αρνητικό παράγοντα στην προσπάθεια της ανασυγκρότησης.

Από τα ρημαγμένα εργατών παλιότερων εποχών ελάχιστα αναβίωναν.

Τα περισσότερα, ιδιαίτερα όσα δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των καιρών, έμεναν οριστικά ως ερείπια, σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίας του τόπου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις, στη θέση των παλιών ή σε άλλες θέσεις κατασκευάστηκαν νέα έργα που έδωσαν καινούριο μορφολογικό στίγμα στην περιοχή.

Οι ανάγκες της επικοινωνίας των Αθηναίων με τα περίχωρα της Αθήνας και με την υπόλοιπη χώρα δεν παρουσιάζουν ουσιαστική διαφοροποίηση κατά τη μεσαιωνική περίοδο και εξακολουθούν να εξυπηρετούνται με το αρχαίο οδικό δίκτυο Σούνιο , Χαλκίδα, Θήβα κ.α. Στο κάτω μέρος διέρχεται ο ποταμός Ιλισός.

Χαλκογραφία από το έργο του «επιστημονικού» περιηγητή Jacob Spon, Voyage d’ Italie, de Dalmatie, de Grece, et du Levant, fait aux annees 1675 et 1676, 2 τόμοι, Λυών 1678.

K. Σπ. Στάικος – Ιόλη Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15oς – 20ός αιώνας, σελ. 2, αρ. 3)].

Οι δρόμοι της μικρής μεσαιωνικής Αθήνας διέρχονταν από τις πύλες του υστερορρωμαϊκού τείχους, όπου συντάσσονταν με το οδικό δίκτυο του ερειπωμένου αστικού χώρου της αρχαίας Αθήνας, που κατέληγε στις πύλες του εξωτερικού αρχαίου τείχους.

Από εκεί ξεκινούσαν ακτινωτά οι δρόμοι που οδηγούσαν έξω από την πόλη.

Δυτικά, ο δρόμος που άλλοτε περνούσε από τις «Πειραϊκές Πύλες» του αρχαίου τείχους οδηγούσε στο επίνειο της Αθήνας, τον Πειραιά (το Πόρτο Λεόνε, όπως λεγόταν τότε από τους ξένους για το μαρμάρινο λιοντάρι που υπήρχε εκεί) ακολουθώντας την κατεύθυνση της σημερινής Οδού Πειραιώς.

το δυπιλο των αθηνων  ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, ο αρχαιότερος δρόμος της Ευρώπης

Βορειότερα, από την «Ιερά Πύλη» διερχόταν η «Ιερά Οδός» που οδηγούσε στην Ελευσίνα και στην Πελοπόννησο έχοντας την ίδια κατεύθυνση με τον σημερινό ομώνυμο δρόμο. Από το Δίπυλον άλλος δρόμος οδηγούσε προς την Ακαδημία.

Στο βόρειο τμήμα του τείχους, κατά τη διασταύρωση των σημερινών οδών Αιόλου και Σοφοκλέους υπήρχαν οι «Αχαρνικές Πύλες», απ’ όπου περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στις Αχαρνές ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Αιόλου και Πατησίων.

Το ανατολικό τμήμα της πόλης διέσχιζε δρόμος που είχε την κατεύθυνση της σημερινής οδού Απόλλωνος, περνούσε από τις «Διοχάρους Πύλες» του αρχαίου τείχους, ακολουθούσε το όριο του Εθνικού Κήπου και έχοντας την κατεύθυνση των οδών Μουρούζη και Βασιλίσσης Σοφίας οδηγούσε προς τα Μεσόγεια και την Κηφισιά. Ένας άλλος δρόμος ξεκινούσε από την ανατολική πύλη του υστερορρωμαϊκού τείχους και ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Φλέσσα, Νικόδημου και Σουρή, πίσω από τη Σωτήρα του Λυκοδήμου, περνούσε ανάμεσα από τον Εθνικό Κήπο και το Ζάππειο, διερχόταν από την εκεί πύλη του τείχους της «Αδριανού Πόλεως» και κατέληγε στη γέφυρα του Ιλισού στην είσοδο του Σταδίου.

Τοπογραφικός χάρτης της πόλης και της Ακρόπολης της Αθήνας, με σημειωμένα τα μνημεία, τον λόφο του Αγ. Γεωργίου (Λυκαβηττός) και τον ναό του Αγ. Διονυσίου του Αεροπαγίτη, τον Ιλισό και χαραγμένες οδούς προς άλλες πόλεις και τοποθεσίες (Χαλκίδα, Καβο-Κολώνα Σούνιο, Πειραιά κ.λπ.), τη Σχολή του Αριστοτέλη Υδραγωγείο Αδριανού κλπ. Χαρακτικό του Vincenzo Maria Coronelli, Βενετία 1688. Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 4990

Τοπογραφικός χάρτης της πόλης και της Ακρόπολης της Αθήνας, με σημειωμένα τα μνημεία, τον λόφο του Αγ. Γεωργίου (Λυκαβηττός) και τον ναό του Αγ. Διονυσίου του Αεροπαγίτη, τον Ιλισό και χαραγμένες οδούς προς άλλες πόλεις και τοποθεσίες (Χαλκίδα, Καβο-Κολώνα Σούνιο, Πειραιά κ.λπ.), τη Σχολή του Αριστοτέλη Υδραγωγείο Αδριανού κλπ. σε πλαίσιο πλούσια διακοσμημένο. Χαρακτικό του Vincenzo Maria Coronelli, Βενετία 1688. Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 4990

Εξάλλου, ένας εγκάρσιος δρόμος διέσχιζε τον χώρο της αρχαίας πόλης από βορρά προς νότο συνδέοντας τις «Αχαρνικές Πύλες» με τις «Διόμειες Πύλες» στην περιοχή του Ολυμπιείου, απ’ όπου οδηγούσε στο Κυνόσαργες. Η πορεία του δρόμου αυτού ανιχνεύεται σήμερα στη συνέχεια των οδών Αγίου Μάρκου, Ευαγγελιστρίας, Αγίας Φιλοθέης, Αδριανού, Φρυνίχου, Αθανασίου Διάκου και Αναπαύσεως.

Νοτιότερα, από την «Πύλη του Ραγκαβά» του υστερορρωμαϊκού τείχους, υπήρχε ο δρόμος που, ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Τριπόδων, Σέλλεϋ, Βύρωνος και Μακρυγιάννη, διερχόταν από τις «Ιτωνίες Πύλες» του αρχαίου τείχους και ακολουθώντας την άλλοτε οδό Φαλήρου (την σημερινή λεωφόρο Συγγρού) έφθανε στο Φάληρο. Τη χάραξη αρχαίου δρόμου που προεκτεινόταν ως το Δίπυλον ακολουθούν οι σημερινές οδοί Χατζηχρήστου, Ροβέρτου Γκάλλι και Αποστόλου Παύλου.

Επίσης, τη χάραξη αρχαίων δρόμων ακολουθούν οι σημερινές οδοί Αδριανού και Πανδρόσου, ενώ η οδός Αγίου Φιλίππου, τμήμα της οδού Καραϊσκάκη και η οδός Παλλάδος ακολουθούν τη χάραξη αρχαίου δρόμου που οδηγούσε από την Αγορά στις «Αχαρνικές Πύλες» και που αποτελούσε την κύρια αρτηρία τροφοδοσίας της αγοράς με τα αγροτικά προϊόντα.

Η Καπνικαρέα Λιθογραφία επιζωγραφισμένη του Théodore du Moncel, Vues pittoresques, 1843 (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών).

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 107, εικ. 15

Η σύγχρονη Αθήνα δεν διευκολύνει τον σημερινό της κάτοικο να προσεγγίσει τη δομή και τη μορφολογία που είχε η πόλη στη μεσαιωνική περίοδο.

Ο σύγχρονος Αθηναίος, που κινείται μέσα σε μια ασθμαίνουσα ατμόσφαιρα, δύσκολα μπορεί να διανοηθεί ότι η άσφαλτος έχει καλύψει τα ίχνη αρχαίων βημάτων που, μολονότι λιγότερο βιαστικά, είχαν την ίδια κατεύθυνση με τα δικά του.

Και είναι κρίμα που ο Δήμος της Αθήνας δεν έχει τοποθετήσει αναμνηστικές στήλες με επιγραφές, που να επισημαίνουν τους αρχαίους δρόμους και τις πύλες των τειχών της πόλης.

Από τους 140 ναούς που έχουν καταγραφεί και που υπήρχαν στην Αθήνα στα μεσαιωνικά και στα μεταμεσαιωνικά χρόνια έχουν απομείνει ελάχιστοι σήμερα.

Πολλοί κατεδαφίστηκαν τον 19ο αιώνα, κατά την εφαρμογή του νέου πολεοδομικού σχεδίου της πόλης (οι Βυζαντινοί είχαν την παραξενιά να χτίζουν τις εκκλησιές σε εκείνα τα σημεία απ’ όπου θα περνούσαν αργότερα οι δρόμοι της νεότερης Αθήνας!).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οδός Ερμού, όπου κατεδαφίστηκε η Παναγία η Ροδακιώτισσα, που υπήρχε στη διασταύρωση με την οδό Βουλής, ενώ η Καπνικαρέα διασώθηκε χάρη στην επέμβαση του ελληνολάτρη βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα.

Ωστόσο, τη μεγάλη καταστροφή την προκάλεσε ο κλασικισμός του 19ου και του 20ου αιώνα, που επέβαλε την κατεδάφιση ναών και άλλων κτισμάτων προκειμένου να πραγματοποιηθούν αρχαιολογικές ανασκαφές.

Η χαριστική βολή δόθηκε στην εποχή μας.

Μαζί με τη συνοικία του 19ου αιώνα που εκτεινόταν στον χώρο της αρχαίας Αγοράς κατεδαφίστηκαν αξιόλογοι ναοί, όπως η Υπαπαντή, ο Χριστός της οδού Μητρώου, η Παναγία η Βλασσαρού και άλλοι.

Η αρχαία Αγορά της Αθήνας συνεχίζει και στο τέλος του 19ου αι. την ίδια λειτουργία, όπως την είδε και την ζωγράφισε ο John Fulleylove. Στο έργο Greece painted by John Fulleylove… described by … J. A. McClymont (Λονδίνο 1924).

Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 28, αρ. 25

Το πρόβλημα παρουσιάζεται οξύτερο στις περιπτώσεις που ανασκαφείς ξένοι προς τις παραδόσεις και τα βιώματα του ελληνικού λαού αποφάσιζαν για την τύχη ελληνικών μνημείων.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Υπαπαντής, που κατά τον βυζαντινολόγο Γεώργιο Σωτηρίου ήταν κτίσμα του 9ου αιώνα.

Οι ανασκαφείς δεν δίστασαν να προβούν στην κατεδάφιση του ναού το 1938 θεωρώντας τον ως νεότερο κτίσμα. Από τη μελέτη της στρωματογραφίας συμπέραναν τότε ότι ο ναός δεν ήταν τόσο παλιός, αλλά είχε οικοδομηθεί τον 17ο αιώνα.

Όμως, ακόμη και αν είναι σωστές οι εκτιμήσεις αυτές, ο ναός κατεδαφίστηκε παρόλο που υπήρχε διατυπωμένη άποψη για την παλαιότητά του.

Από την άλλη μεριά δεν θα έπρεπε να αμφισβητείται το δικαίωμα καταστροφής ενός μνημείου έστω και του 17ου αιώνα; Αλλά και όταν δεν κατεδαφίζεται, αλλά απλώς αναστηλώνεται ένας βυζαντινός ναός, συχνά παρατηρείται αδιαφορία για την ουσία του κτηρίου, που είναι η χρήση του ως χώρου ζωντανής λατρείας και μετατρέπεται σε ένα άψυχο, νεκρό μνημείο.

Τέτοια ήταν η τύχη του θαυμάσιου ναού των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς.

Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο, η Αθήνα είναι μια μικρή επαρχιακή πόλη που η ζωή της ακολουθεί τους ρυθμούς της εποχής.

Ο αστικός ιστός της Αθήνας άλλοτε συμπτύσσεται και άλλοτε αναπτύσσεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε εποχή.

Ωστόσο, εξακολουθεί να φέρει τη λαμπρή περιβολή της αρχαιότητας και να στέφεται με το έξοχο στέμμα της Ακρόπολης, «το πιο ακριβό στολίδι που υπάρχει στον κόσμο», όπως τη χαρακτήρισε ο ποιητής βασιλιάς της Αραγώνας και δούκας της Αθήνας Πέτρος ο Δ’ το 1380.

Υπέροχα αρχαία κτήρια που σώζονται ακέραια, διασκευασμένα για νέες χρήσεις συντροφεύονται από κομψούς βυζαντινούς ναούς μέσα σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το πλήθος των ερειπωμένων αρχαίων μνημείων.

Το μεγαλείο της Αθήνας προκαλούσε αστείρευτο θαυμασμό στους ξένους που την επισκέπτονταν, θαυμασμό και περηφάνια σε εκείνους που την κατέκτησαν.

Το 1423, ο Niccolò Machiavelli, πρόγονος του μεγάλου Φλωρεντινού συνωνύμου του, έγραφε στον θείο του Nerio Acciaiuoli που βρισκόταν στην Λευκάδα: «Καλέ μου, δεν είδες ποτέ πιο όμορφο τόπο από τούτον ούτε και ωραιότερο Κάστρο»!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

BURNOUF, E., La ville et l’Acropole d’Athènes, Παρίσι 1877.

ΓΡΗΓΟΡΟΒΙΟΥ, Φ. – ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ.Π., Ιστορία της πόλεως των Αθηνών κατά τους μέσους αιώνας, τόμοι 2, Αθήνα 1904.

CYRIACI ANCONITANI, Inscriptiones seu epigrammata graeca et latino reperta per Illyricum, Ρώμη 1747.

DE LABORDE, L. Athènes aux XVe, XVIe et XVIIe siècles, Παρίσι 1854.

FRANTZ, ALISON, The Athenian Agora XXIV. Late Antiquity: A.D. 267-700, Princeton, N.J. 1988.

FRANTZ, ALISON, From Paganism to Christianity in the Temples of Athens «Dumbarton Oaks Papers» 19 (1965), σελ. 187-205.

GRAINDOR, P., Athènes sous Hadrien, Le Caire 1934.

JAUBERT, A., Géographie d’ Edrisi, Παρίσι 1846.

JUDEICH, W., Topographie von Athen, Μόναχο 1931.

ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Ιστορία των Αθηναίων, τόμοι 3, Αθήνα 1890-1896.

ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Το Ριζόκαστρο, Αθήνα 1920.

ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Αι παλαιαί Αθήναι, Αθήνα 1922.

ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Η άλωσις των Αθηνών υπό των Σαρακηνών, Αθήνα 1935.

ΚΟΥΤΕΛΑΚΗ, ΧΜ., Ανασκευή στα τοπωνυμικά παράδοξα Αττικής, Αθήνα 1994.

ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ. Π., Περί Δεξίππου και της υπό των Ερούλων αλώσεως των Αθηνών, Αθήνα 1884.

ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ. Π., Αι Αθήναι περί τα τέλη του δωδεκάτου αιώνος, Αθήνα 1878.

LEGRAND, L., Relation du pèlerinage à Jérusalem de Nicolas de Martoni, notaire italien, «Revue de l’Orient Latin» 3 (1895), σελ. 647-653.

LUDOLPHUS DE SUDHEIM, De itinere Terræ Sanctæ, έκδ. G.A. Neumann, «Archives de l’Orient Latin» 2 (1884), σελ. 305-377.

ΜΙΛΛΕΡ, ΟΥ., Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, μετάφρασις Σπυρ. Π. Λάμπρου μετά προσθηκών και βελτιώσεων, τόμοι 2, Αθήνα 1909-1910.

ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ, Τα σωζόμενα, έκδ. Σπ. Π. Λάμπρου, τόμ. Α’. Αθήνα 1879.

ΜΠΙΡΗ, Κ., Αι εκκλησίαι των παλαιών Αθηνών, Αθήνα 1940.

ΜΠΙΡΗ, Κ., Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών, Αθήνα 1971.

ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ, Ν. Δ., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Αττικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1992.

PATON, J., Mediaeval and Renaissance Visitors to Greek Lands, Princeton, N. J., 1951.

REINAUD, J. T., Géographie d’Aboulféda, τόμ. II, μέρος 1, Παρίσι 1848.

ΣΥΝΕΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΗΝΑΙΟΥ, Επιστολαί, έκδ. A Garzya, Synesii Cyrenensis Epistolæ, Ρώμη 1979.

SETTON, K. N., Catalan Domination of Athens, 1311-1388, αναθεωρημένη έκδοση, Λονδίνο, Variorum, 1975.

SETTON, K. N., Athens in the Later Twelfth Century, «Speculum» 19 (1944), σελ. 179-209.

ΤΡΑΥΛΟΥ, Ι. Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, Αθήνα 1960.

ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ, Μ., Βυζαντινή Αθήνα, Αθήνα (1958).

UDINA I MARTORELL, F., Elogio de la Acropolis de Atenas / Έπαινος της Ακροπόλεως των Αθηνών, Βαρκελώνη 1980.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 

Βασιζόμενοι σε ιστορικά στοιχεία θεωρείται ότι οι κάτοικοι της Αθήνας, διέσχισαν την πορεία αυτή για πρώτη φορά κατά την υστεροελλαδική περίοδο (1600-1100 π.Χ.) προκειμένου να προσεγγίσουν τον οικισμό της Ελευσίνας.

Αργότερα, η λατρεία της θεάς Δήμητρας στους χώρους της Ελευσίνας, που χρονολογείται ότι ξεκίνησε περίπου τον 11ο π.Χ. αιώνα και από τον 8ο αιώνα π.Χ. και έπειρα που καθιερώθηκαν επίσημα τα Μεγάλα Μυστήρια (Ελευσίνια μυστήρια), η αρχαία Ιερά οδός, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, με τις λατρευτικές πομπές να ακολουθούν αυτή τη διαδρομή.

Κατά το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα, επί του τυράννου Πεισίστρατου και των γιων του, η Ελευσίνα ενσωματώθηκε στο αθηναϊκό κράτος, το ιερό της έγινε ευρέως γνωστό σε πανελλήνιο επίπεδο και ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση της Ιεράς Οδού.

Κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ., με τη επικράτηση του χριστιανισμού, τα Ιερά της Ελευσίνας παρήκμασαν και το 395 μ.Χ. λεηλατήθηκαν από τους Βησιγότθους του Αλάριχου.

Η χρήση της Ιεράς Οδού όμως συνεχίστηκε επί πολλούς αιώνες αργότερα, καθώς ο δρόμος εξυπηρετούσε τη σύνδεση του οικισμού της Ελευσίνας και των γύρω χωριών με την Αθήνα.

Το αρχαίο Χαϊδάρι, αναπτύχθηκε κατά μήκος της Ιεράς οδού και ήταν γνωστό κατά τους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους ως Έρμος.

Μετά τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., με την κλεισθένεια μεταρρύθμιση, ο Έρμος αποτέλεσε έναν από τους πιο σημαντικούς δήμους της Ακαμαντίδου φυλής.

Η περιοχή του Χαϊδαρίου, με το χαρακτηριστικό Λόφο του Προφήτη Ηλία, ήταν το σημείο αναφοράς για την άφιξη των επισκεπτών, αφού αποτελούσε το δυτικότατο άκρο της περιοχής των Αθηνών και η θέα από το λόφο πρόσφερε στους ταξιδευτές την ευκαιρία να θαυμάσουν τη λαμπρή Αθηναϊκή πολιτεία.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από την Αθήνα για την Ελευσίνα, σύμφωνα με τον Παυσανία, μπροστά στην Ιερά Πύλη, υπήρχαν τα μνημεία του Ανθεμόκριτου, του Μολοτού, που δεν έχει ανακαλυφθεί στις μέρες μας και του Κηφισοδότου, το οποίο ανακαλύφθηκε ανατολικότερα από το σημείο περιγραφής του περιηγητή, κοντά στην περιοχή που ονομαζόταν Σκίρον.

Η περιοχή αυτή βρισκόταν στην αρχή της Ιεράς Οδού, λίγο μετά τη διασταύρωση της σημερινής ομώνυμης οδού με τη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως.

Στη συνέχεια, ξεκινούσε ο μεγάλος ελαιώνας της πεδιάδας του Κηφισού, που απλωνόταν έως το Χαϊδάρι.

To μεγαλύτερο μέρος του αρχαίου ελαιώνα είχε διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τις πηγές, οι περίφημες μάχες στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826 έλαβαν χώρα μέσα σε αυτόν τον πυκνό ελαιώνα, πράγμα που καθόρισε σημαντικά και την εξέλιξή τους.

Δυτικά της Γεωπονικής Σχολής, στα νότια της Ιεράς οδού υπάρχει μέχρι και σήμερα περιφραγμένη η περίφημη «Ελιά του Πλάτωνα».

Πρόκειται για ένα γερασμένο ελαιόδεντρο που αποτελούσε μέρος του ελαιώνα της περιοχής.

Συνεχίζοντας την πορεία υπήρχε ο τάφος του Ηλιόδωρου Αλι και του Θεμιστοκλή, γιου του Πολιάρχου, τρίτου απόγονου του Θεμιστοκλή, ο οποίος έκανε τη ναυμαχία κατά του Ξέρξη και των Μήδων.

Προχωρώντας λίγο συναντά κανείς το τέμενος του ήρωα Λακίου, από τον οποίο έχει το όνομα ο δήμος Λακιάδες, και το μνημείο του Νικοκλή από τον Τάραντα.

Αυτά τα ταφικά μνημεία δεν έχουν εντοπιστεί, αλλά ο μεγάλος δήμος των Λακιαδών έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα με την περιοχή της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολουθώντας τη διαδρομή, υπήρχε ο βωμός του Ζεφύρου και ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου τιμώνται μαζί και η Αθηνά και ο Ποσειδών.

To αναφερόμενο ιερό δεν έχει εντοπιστεί, αλλά θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το εργοστασίο Αθηναϊκής Χαρτοποιίας, αμέσως στα δυτικά της Γεωπονικής Σχολής.

Στο σημείο αυτό η ελευσινιακή πομπή έκανε στάση κατά την επάνοδό της στην Αθήνα, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί για την είσοδό της στην πόλη.

Πριν τον Κηφισό, ο Παυσανίας αναφέρει το μνημείο του Θεοδώρου, στο ποτάμι αγάλματα της Μνησιμάχης και του παιδιού της και μετά ένα αρχαίο βωμό του μειλίχιου Δία.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει ανακαλυφθεί, αλλά ο βωμός και το ιερό του μειλίχιου Δία πρέπει να βρίσκονταν στη θέση που κατέχει ο ναΐσκος του Αγίου Σάββα, για την ανέγερση του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαίοι λίθοι και τμήματα γλυπτών.

Η κοίτη του Κηφισού που διάβηκε ο Παυσανίας βρισκόταν γύρω στα 1.200 μέτρα ανατολικά της σύγχρονης κοίτης, δηλαδή ανάμεσα στη Γεωπονική Σχολή και το εκκλησάκι του Αγίου Σάββα.

Σήμερα, στο σημείο αυτό περνάει βαθύ ρέμα, πάνω από το οποίο έχει κατασκευαστεί γέφυρα. Κατά τον 19ο αιώνα το ρέμα αυτό αποτελούσε τον πλέον σημαντικό από τους τρεις βραχίονες του Κηφισού που διέσχιζαν την πεδιάδα.

Ο περιηγητής πέρασε πάνω από τον Κηφισό μέσω λίθινης γέφυρας, που υπήρχε την εποχή εκείνη.

Στην πορεία αναφέρεται στο μικρό ναό του Κυαμίτου, που βρισκόταν στο σημείο όπου διασταυρώνεται η Ιερά Οδός με την οδό Προύσσης στο Αιγάλεω.

Εκεί υπάρχει μικρή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Μετά υπήρχε το μνημείο του Ρόδιου, άγνωστο μέχρι σήμερα.

Περνώντας από το Χαϊδάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συνέχεια της διαδρομής, ο Παυσανίας κάνει αναφορά στο Μνημείο της Πυθιονίκης, που βρισκόταν στον λόφο του Προφήτη Ηλία στο Χαϊδάρι.

Κατά μήκος της Ιεράς Οδού, εκτός από τα επώνυμα μνημεία που αναφέρει ο Παυσανίας, έχουν ανασκαφεί πολυάριθμοι τάφοι, που χρονολογούνται από τον 8ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια.

Μάλιστα, στο τμήμα της Ιεράς Οδού απέναντι από την είσοδο του Δρομοκαΐτειου ψυχιατρείου ανασκάφηκε ταφικός περίβολος με επτά λακκοειδείς τάφους. Κοντά στο σημείο έχει ανασκαφεί και δεύτερος μικρότερος ταφικός περίβολος και οι δύο ανάγονται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ.. Μεταξύ του ταφικού περίβολου και της Ιεράς Οδού αποκαλύφθηκε βάθρο ταφικού μνημείου μεγάλου μεγέθους χτισμένο από κροκαλοπαγείς ορθογώνιους ογκόλιθους.

Στον ίδιο χώρο εντοπίστηκε και μαρμάρινο χέρι αγάλματος υπερφυσικού μεγέθους, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα στεκόταν πάνω στο βάθρο.

Επίσης, έχουν αναφερθεί μεμονωμένοι τάφοι εντός του περιβόλου του Δρομοκαΐτειου νοσοκομείου, αλλά και γύρω από αυτόν, που χρονολογούνται στην ίδια εποχή ιστορικά.

Συνεχίζοντας την πορεία προς τα δυτικά επί της Ιεράς Οδού, ο Παυσανίας συνάντησε στα αριστερά του, στη νότια πλευρά της Ιεράς Οδού, το Ιερό του Απόλλωνα στο Δαφνί. Εκεί ήταν μία από τις πιο σημαντικές στάσεις της ελευσινιακής πομπής.

Το ιερό αυτό έχει εντοπιστεί στα όρια που καταλαμβάνει σήμερα η βυζαντινή Μονή Δαφνίου.

Στην απότομη πλαγιά του Ποικίλου όρους που υψώνεται πίσω από το μοναστήρι του Δαφνιού, έχει εντοπιστεί σημαντικό λατρευτικό σπήλαιο.

Το Σπήλαιο του Πανός στο Δαφνί, όπως είναι γνωστό σήμερα, φαίνεται πως αγνοούσαν τόσο ο Παυσανίας όσο και όλοι οι περιηγητές των νεότερων χρόνων.

Αμέσως μετά το Ιερό του Απόλλωνα, ο Παυσανίας αναφέρει το Ιερό της Αφροδίτης, ο οποίος έχει εντοπιστεί στη συνοικία του Δήμου Χαϊδαρίου Αφαία Σκαραμαγκά, βόρεια της Ιεράς Οδού και γύρω στο 1,5 χλμ. δυτικά της μονής Δαφνίου.

Ο χώρος έχει ονομαστεί στις μέρες μας από τους κατοίκους «ντουλαπάκια», λόγω των εσοχών για τα αναθήματα στο ανάγλυφο του βράχου.

Στη συνέχεια, η Ιερά Οδός διακλαδιζόταν. To ένα σκέλος είχε κατεύθυνση από ανατολή προς δύση, διερχόταν από το στενό πέρασμα μεταξύ του Αιγάλεω και του Ποικίλου όρους, έβαινε γύρω από τους πρόποδες του λόφου της Ηχούς (λόφος Καψαλώνας και έστρεφε προς Βορρά, όπου βρίσκονταν οι δύο λίμνες των Ρειτών.

To άλλο σκέλος ανηφόριζε προς τα βόρεια, διερχόταν από την κορυφή του λόφου της Ηχούς και από εκεί κατηφόριζε, συνεχίζοντας τη βορεινή κατεύθυνση, προκειμένου να συναντήσει το άλλο σκέλος της Ιεράς Οδού στο ύψος της Λίμνης Κουμουνδούρου.

Σε πολλά σημεία του σκέλους αυτού έχουν διατηρηθεί χαραγμένες στον βράχο τροχιές από τις ρόδες των αρμάτων.

Στην κορυφή του λόφου της Ηχούς εντοπίστηκε από τον Iωάννη Τραυλό[1] μεγάλος τετράγωνος ασβεστόλιθος πλευράς 1,18 μέτρων και ύψους 0,47 μέτρων με ορθογωνικό τόρμο στην άνω επιφάνειά του, ο οποίος πιθανόν χρησίμευε για να διαχωρίσει τις περιοχές Αθήνα και Ελευσίνα.

Η πορεία μετά τους Ρειτούς προς τα δυτικά οδήγησε τον Παυσανία στην όχθη του ελευσινιακού Κηφισού.

Κοντά σε αυτόν τον Κηφισό ο Θησέας σκότωσε το ληστή που ονομάζονταν Πολυπήμων, επικαλούνταν όμως Προκρούστης.

Ο ποταμός που αναφέρει ο περιηγητής δεν είναι σήμερα τίποτα περισσότερο από έναν ξεροπόταμο, ο οποίος είναι γνωστός ως Σαρανταπόταμος.

Στην αρχαιότητα όμως ήταν ορμητικός, καθώς σχηματιζόταν από τα πολλαπλά ρέματα της δυτικής Πάρνηθας και του ανατολικού Κιθαιρώνα.

Περνούσε μέσα από το Θριάσιο πεδίο και τους χειμερινούς μήνες πλημμύριζε τη νοτιοδυτική περιοχή της πεδιάδας καταστρέφοντας καλλιέργειες αλλά και τις ανατολικές παρυφές της αρχαίας πόλης της Ελευσίνας.

Ο Παυσανίας πέρασε τον Ελευσινιακό Κηφισό από μεγάλη λίθινη γέφυρα, η οποία είχε κατασκευαστεί από τον αυτοκράτορα Αδριανό στο σημείο συνάντησης του ποταμού με την Ιερά οδό.

Η γέφυρα, μήκους γύρω στα 50 μ. και πλάτους 5,5 μ., σώζεται σήμερα σε πολύ καλή κατάσταση δίπλα στη σύγχρονη γέφυρα.

Είναι κατασκευασμένη από καλολαξευμένους πειραϊκούς πωρόλιθους, συναρμοσμένους με εξαιρετική ακρίβεια, και αποτελείται από τέσσερα τόξα.

Πριν από αυτήν θα υπήρχε κάποια άλλη ξύλινη ή λίθινη κατασκευή.

Άφιξη στην Ελευσίνα

Γύρω στο 1 χλμ. μετά τη γέφυρα του Κηφισού, ο Παυσανίας έφτασε στον προορισμό του, για τον οποίο, όμως, δεν μας δίνει πολλές πληροφορίες.

Όντας μυημένος στη μυστηριακή λατρεία της Δήμητρας, ήταν δεσμευμένος να μην κοινολογήσει τίποτε σχετικά με τις τελετουργίες αλλά και τα ιερά κτίσματα.

Έτσι περιορίστηκε στην αναφορά των μνημείων εκτός του περιβόλου του ιερού.

Εκεί αναφέρει το ναό του Τριπτόλεμου, της προπύλαιας Άρτεμης, του πατρός Ποσειδώνος, καθώς και ένα φρέαρ που λέγεται Καλλίχορο, όπου οι γυναίκες των ελευσινίων έστησαν χορό και έψαλαν για τη θεά.

Το Ράριον πεδίον λένε πως είναι το πρώτο που σπάρθηκε και παρήγαγε (δημητριακούς) καρπούς. Εκεί υπήρχε και ένα αλώνι (του Τριπτολέμου) και ένας βωμός.

Ένα μέρος του κενού που αφήνουν οι γραπτές πηγές έχει καλυφθεί από τις ανασκαφές στον χώρο της Ελευσίνας, οι οποίες αποκάλυψαν τα διάφορα κτίσματα που απέφυγε να μας περιγράψει ο Παυσανίας.

To ιερότερο και πιο σημαντικό από αυτά ήταν το Τελεστήριο.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αρχαία_Ιερά_Οδός

 Την επιμέλεια έκανε ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.eie.gr/archaeologia/gr/chapter_more_6.aspx

https://anthologio.wordpress.com/2014/06/21/ί-ή-18/

http://arxaiaithomi.gr/