Η ΩΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ Η ΑΡΧΉ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!!!

Η Γενετική Ιστορία των Κατοίκων της Ελλάδας: Το DNA των Ελλήνων

ΚΑΙΡΟΣ

O καιρός σήμερα

Έτσι ήταν η Θεσσαλονίκη στην αρχαιότητα – Εντυπωσιακές τρισδιάστατες εικόνες

Εξημέρωση των αναγνωστών.

Προσοχή στις απάτες, η ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ και ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ δεν φέρει καμία ευθύνη για οποιαδήποτε συναλλαγή με κάρτες η άλλον τρόπω και άλλα στον όνομά της, Ή στο όνομα του κυρίου Γ. Θ, Χατζηθεοδωρου. Δεν έχουμε καμία χρηματική απαίτηση από τους αναγνώστες με οποιοδήποτε τρόπο.

Δεν γίνετε να μας φτύνουν τα χειρότερα σκουλήκια της δημοσιογραφίας, που ειναι χειρότερα από τον Εμπολα, από την πανώλη, από την χολέρα, από την λέπρα!

Η Επίθεση αυτή δεν είναι για τον Τσίπρα, που και εγώ τον θεωρώ προδότη, αλλά κατά του ελληνικού λαού! Ειδικά όταν αναφέρετε στην πουλημένη  δικαιοσύνη, στο Γεωργίου της ΕΛΣΑΤ, στον προδότη Στουρνάρα, ανατριχιάζω, τρομοκρατούμε με το θράσος τους απέναντι σε έναν  αθώο ιστορικό και ειρηνικό λαό, να το πολεμούν και να τον συκοφαντούν νύχτα και μέρα, αφού του έχουν ποιοι και την τελευταία ρανίδα τους αίματος του!

Αυτή δεν είναι διεθνή εφημερίδα, δεν είναι δημοσιογραφία, είναι η χειρότερη μόλυνση του πλανήτη, που δεν έχει εκκολαφτεί σε σωλήνα, αλλά σε σκοτεινά άντρα, γεμάτα με Οχιές, Ύαινες, και ανθρωποειδή ερπετά!!!

Να το ξανά τονίσω, τον Τσίπρα αν μπορέσω θα του φάω ωμό τον σκαρούτσο, αλλά σε αυτά τα σκουλήκια δεν επιτρέπω να τον προσβάλουν, διότι είναι, είτε θέλουν είτε δεν θέλουν, πρωθυπουργός της Ελλάδος. Αυτά τα σκουλήκια που θέλουν να λέγονται ελληνική αντιπολίτευση, αν δεν ήταν προδότες, θα έπρεπε με μια φωνή, να πουν στην βρομοφιλαδα να μαζευτεί, για να μην της κάνουν αγωγή για πισώπλατα μαχαιρώματα του Ελληνικού λαού!

ΠΛΑΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

O Aλέξης Τσίπρας μαζεύει τα πράγματά του από το Μαξίμου;

Το δημοσίευμα των FINANCIAL TIMES ως προάγγελος του Τέλους

Αυτό ήταν…Οι Financial Times ανέλαβαν απλά να μεταφέρουν το μήνυμα του τέλους στον Ελληνα πρωθυπουργό.

Το άρθρο της 30ης Δεκεμβρίου 2016 των Financial Times με τίτλο «Ελλάδα: ένα ζήτημα ανεξαρτησίας», θα μπορούσε να φυλάσσεται ήδη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μια και θα αποδειχθεί ο προάγγελος της πτώσης. Το big read δημοσίευμα ήταν τόσο τρομακτικό επειδή περιέγραφε πραγματικά γεγονότα που ακόμη και για το Μαξίμου, που τα προκάλεσε, δεν ήταν ευχάριστο να τα βρίσκει μπροστά του και μάλιστα δημοσιευμένα σε ένα από τα πιο βαριά πυροβολικά του διεθνούς τύπου.

Η ταύτιση της κυβέρνησης Τσίπρα (που δεν λέει να ολοκληρώσει την Δίκη της Χρυσής Αυγής για την στυγνή δολοφονία Φύσσα) με τις ακροδεξιές κυβερνήσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας στέλνει μήνυμα στους επενδυτές να μείνουν μακριά από τη χώρα. Οι Financial Times είναι ένα από τα μηντιακά Ευαγγέλια των Αγορών. Το δημοσίευμα έρχεται λίγες ώρες πριν την είσοδο του νέου χρόνου και μοιάζει χαριστική βολή σε μια χώρα που για να επιζήσει χρειάζεται επενδύσεις από ισχυρούς ξένους παίκτες. Το δημοσίευμα τους προειδοποιεί να μείνουν μακριά από μια χώρα στην οποία υπάρχει κατάλυση της Δικαιοσύνης και υποκατάστασή της από το Μαξίμου-Τσίπρα όπως δείχνει και η εικονογράφηση του ρεπορτάζ που επέλεξαν τα στελέχη της εφημερίδας.

“Υπάρχουν φόβοι πως η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα ακόμα μέτωπο στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναχαιτίσει απειλές εναντίον βασικών αρχών καλής διακυβέρνησης και σεβασμού για τους ανεξάρτητους θεσμούς».

22s14arxeia2-thumb-large

Σε σχόλιό του, το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού τονίζει πως «προκαλεί εύλογα ερωτήματα είναι το γεγονός ότι οι συντάκτες της ηλεκτρονικής σελίδας των Financial Times δεν βρίσκουν να γράψουν ούτε μία λέξη» για όλα όσα έχει καταφέρει η σημερινή κυβέρνηση, τα δύο χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία, συμπληρώνοντας πως η «μονομέρεια» των πηγών των FT «θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον κακόπιστο να κάνει λόγο ακόμα και για πολιτική σκοπιμότητα».

Πιο αναλυτικά, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως εδώ και δύο χρόνια:

  • δίνεται μία μεγάλη και καθημερινή μάχη ενάντια στα κατεστημένα συμφέροντα, την μεγάλη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, το λαθρεμπόριο. Για να εξαλειφθούν οι παράνομες και σκοτεινές πρακτικές που οδήγησαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού.

  • για πρώτη φορά, κάτω από δύσκολες συνθήκες, οι φορολογικές αρχές εργάζονται απερίσπαστες χωρίς άνωθεν εντολές, οι λίστες των φοροφυγάδων ελέγχονται, δίνεται μάχη κατά του λαθρεμπορίου, τα θαλασσοδάνεια αποτελούν απλώς κακό παρελθόν, ενώ η Δικαιοσύνη λειτουργεί χωρίς παρεμβάσεις.

  • τα αποτελέσματα αυτού του καθημερινού αγώνα έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται: Υπεραπόδοση εσόδων, μείωση του λαθρεμπορίου και καταλογισμός ποινικών ευθυνών και προστίμων σε όσους παρανομούν.

Καταλήγοντας, η ανακοίνωση του γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού σημειώνει πως «είναι φανερό ότι όλα τα παραπάνω έχουν ενοχλήσει πολλούς: τραπεζικούς κύκλους, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, ολιγάρχες και μεγάλα μίντια».

Όσον αφορά για τη θέση της κυβέρνησης που φιλοξενούνται στο δημοσίευμα (ότι οι κατηγορίες περί υποχώρησης του κράτους δικαίου είναι μια απόπειρα σπίλωσης της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στη χώρα), στην ανακοίνωση τονίζεται πως «οι ερωτήσεις που εστάλησαν ελάχιστη ώρα πριν το δημοσίευμα προκειμένου να αποτελέσουν άλλοθι, πέρα από προσβλητικές, δεν άφηναν ούτε καν το χρονικό περιθώριο απάντησης…».

u55nnamed

Αραγε αναρωτήθηκαν στο Μαξίμου γιατί δεν είχαν καν χρόνο να απαντήσουν; Μήπως γιατί οι Εντολείς του δημοσιεύματος θεωρούν ήδη την κυβέρνηση ξοφλημένη. Μήπως το δημοσίευμα των Financial Times και κυρίως η φαινομενικά απαξιωτική και “αντιδεοντολογική” συμπεριφορά της εφημερίδας προς τον Τσίπρα είναι μήνυμα των πιο αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων που θα ακολουθήσουν;

Και τι είδους δημοσιεύματα θα μπορούσαν να είναι αυτά; Τι παραπάνω γνωρίζουν οι “Κύκλοι” που καταγγέλει το Μαξίμου με το σχόλιο του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού;

Το δημοσίευμα των Financial Times θέτει το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση σέβεται την ανεξαρτησία θεσμών και οργάνων παρατηρεί ο ΣΚΑΙ.gr που παραθέτει αποσπάσματα από το δημοσίευμα.

Το ρεπορτάζ, με τον ενδεικτικό τίτλο «Ελλάδα: ένα ζήτημα ανεξαρτησίας», αρχίζει με αναφορά στην υπόθεση της ηγεσίας της Τράπεζας Αττικής και την κόντρα μεταξύ κυβέρνηση και του διοικητή της Τράπεζης της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.

Η βρετανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η κυβέρνηση είχε ανατρέψει την απόφαση του κ. Στουρνάρα να ανατεθεί η διεύθυνση της τράπεζας στον «επαγγελματία τραπεζίτη» Θεόδωρο Πανταλάκη, με πηγές να λένε στους Financial Times πως κυβερνητικά στελέχη κανόνισαν με το ΤΣΜΕΔΕ, τον μεγαλο μέτοχο της Τράπεζας Αττικής, να δοθεί η θέση στον «με λίγη γνώση περί τα τραπεζικά» Κωνσταντίνο Μακέδο.

Η εφημερίδα σημειώνει ότι η ενέργεια αυτή ήταν ευθεία πρόκληση προς τον κ. Στουρνάρα, επικεφαλής του ανεξάρτητου εποπτικού οργάνου του τραπεζικού τομέα. Σημειώνεται επίσης ότι κυβερνητικές πηγές αρνούνται οποιαδήποτε παρέμβαση στη διαδικασία επιλογής του διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας Αττικής.

Παρόλα αυτά, προσθέτει το δημοσίευμα, «το επεισόδιο αυτό επικαλούνται επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου ηγείται ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ως ένα παράδειγμα της αυταρχικής τάσης που λένε ότι γίνεται όλο και πιο ορατή καθώς οι ηγέτες του παλεύουν με την πτώση στις δημοσκοπήσεις και την ανάκαμψη της υποστήριξης για το κόμμα της αντιπολίτευσης, τη Νέα Δημοκρατία».

Ο επίτιμος καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θάνος Βερέμης σχολιάζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «θα ήθελε να θέσει κάθε ανεξάρτητο θεσμό υπό κρατικό έλεγχο», καθώς «είναι μέρος της ιδεολογίας τους».

Για άλλους, συμπληρώνει η εφημερίδα, το επεισόδιο αυτό και άλλα είναι απλώς μία πιο ορατή έκφανση της πολυετούς δυσκολίας σεβασμού της ανεξαρτησίας βασικών δημοσίων θεσμών στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια η εφημερίδα αναφέρεται στην έφοδο των εισαγγελέων διαφθοράς στα γραφεία της εταιρείας της συζύγου του κ. Στουρνάρα Λίνας Νικολοπούλου – «ένα περιστατικό που ανησύχησε αξιωματούχους της ΕΚΤ και προκάλεσε ευρύτερους φόβους για την προθυμία του κράτους να κάνει χρήση εκφοβισμού για να περάσει το δικό του». Η κα Νικολοπούλου δηλώνει στους FT ότι ο πραγματικός στόχος της εφόδου ήταν ο σύζυγός της.

Η εφημερίδα σημειώνει ότι η έφοδος έγινε λίγο πριν ο κ. Μακέδος κριθεί ακατάλληλος για την ηγεσία της Τράπεζας Αττικής και ενώ ο κεντρικός τραπεζίτης είχε επιβάλει απαγόρευση δανεισμού στην προβληματική τράπεζα, γεγονός που σήμανε την ακύρωση δανείου που προετοίμαζε η τράπεζα προς τον Χρήστο Καλογρίτσα, έναν από τους «προτιμητέους από την κυβέρνηση» συμμετέχοντες στην «ευαίσθητη και αμφιλεγόμενη» διαδικασία τηλεοπτικών αδειοδοτήσεων. Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά και στα βοσκοτόπια των εγγυήσεων Καλογρίτσα για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες.

Η κα Νικολοπούλου προσθέτει ότι η έφοδος πραγματοποιήθηκε χωρίς την απαραίτητη νομική εξουσιοδότηση, χωρίς υπογεγραμμένο ένταλμα έρευνας. «Ήμουν έξαλλη αλλά και σοκαρισμένη που κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβαίνει σε μία δημοκρατική χώρα», δηλώνει η σύζυγος του κ. Στουρνάρα.

Και πάλι η εφημερίδα σημειώνει ότι κυβερνητικές πηγές απορρίπτουν τις κατηγορίες περί πολιτικών κινήτρων πίσω από τη συγκεκριμένη έρευνα στα γραφεία της Λίνας Νικολοπούλου.

Το δημοσίευμα σχολιάζει ότι μετά από έξι ταραχώδη χρόνια στις σχέσεις Αθήνας-Βρυξελλών «τώρα υπάρχουν φόβοι πως η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα ακόμα μέτωπο στην προσπάθεια της ΕΕ να αναχαιτίσει απειλές εναντίον βασικών αρχών καλής διακυβέρνησης και σεβασμού για τους ανεξάρτητους θεσμούς».

Στο πλαίσιο αυτό η εφημερίδα τοποθετεί την Ελλάδα στο ίδιο κάδρο με την Πολωνία και την Ουγγαρία των ακροδεξιών κυβερνήσεων, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος δηλώνει πως η απειλή για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα μπορεί να συγκριθεί με την απειλή σε αυτές τις δύο χώρες. «Δεν είναι τόσο έντονη, αλλά σε μεθοδολογία είναι η ίδια. Υπάρχει ένα μεγάλο θέμα που αφορά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», λέει στους FT ο κ. Βενιζέλος.

Η εφημερίδα σχολιάζει ότι μεταξύ των παρατηρητών του ελληνικού προγράμματος διάσωσης υπάρχει μια έγνοια ότι η έλλειψη σεβασμού στην ανεξαρτησία ορισμένων θεσμών, ιδίως της δικαιοσύνης, «θα μπορούσε να γίνει η Αχίλλειος πτέρνα στην προσπάθεια της χώρας να στρίψει τη γωνία και να προσελκύσει έξωθεν επενδύσεις».

Αναφερόμενη σε φόβους περί εμβάθυνσης της κουλτούρας της πολιτικής παρέμβασης στο δημόσιο τομέα η εφημερίδα επικαλείται τον πρώην Πρόεδρο του ΣτΕ και πρώην υπηρεσιακό πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο που κάνει λόγο για σημείο καμπής: «Λίγο-λίγο η τήρηση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα εξαφανίζεται. Νιώθω πως κάθε μέρα που περνά οι Έλληνες πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τους Ευρωπαίους πολίτες».

Το δημοσίευμα συνεχίζει αναφέροντας ότι ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες κατέρρευσε εν μέσω «περαιτέρω σκανδάλων», με κατηγορίες περί απόπειρας επιρροής των μελών του ΣτΕ με υποσχέσεις για αύξηση αποδοχών, κάτι που απορρίπτουν κυβερνητικές πηγές επιρρίπτοντας την ευθύνη στην αντιπολίτευση για την παράκαμψη του ΕΣΡ.

Γίνεται επίσης σύντομη αναφορά στην αποτυχημένη «κυβερνητική απόπειρα» καθαίρεσης της ηγεσίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού που στην ουσία εμποδίστηκε από τις Βρυξέλλες.

Εκτενέστερη είναι, τέλος, η διήγηση των νομικών περιπετειών του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, με την κατηγορία της εσκεμμένης υπερβολής των υπολογισμών για το δημοσιονομικό έλλειμμα, με τους FT να σχολιάζουν ότι οι διεθνείς ανησυχίες για το επίπεδο σεβασμού της ελληνικής κυβέρνησης προς τους ανεξάρτητους θεσμούς προηγούνται του ΣΥΡΙΖΑ.

«Είναι εκπληκτικό και πραγματικά απογοητευτικό ότι επίσημοι στατιστικολόγοι διώκονται πολιτικά και ανηλεώς εντός των συνόρων της ΕΕ», δηλώνει στην εφημερίδα ο κ. Γεωργίου.

Το μακροσκελές δημοσίευμα των FT καταλήγει μεταφέροντας τη θέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι οι κατηγορίες περί υποχώρησης του κράτους δικαίου είναι μια απόπειρα σπίλωσης της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στη χώρα. Κυβερνητική πηγή υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις γίνονται ακριβώς επειδή πλήττονται υπενδεδυμένα συμφέροντα.

Παρόλα αυτά, προστίθεται, σε μια ένδειξη του πόσο μεγάλες είναι πλέον οι ανησυχίες, το θέμα του σεβασμού της ανεξαρτησίας των θεσμών θα αναδειχθεί στην επόμενη προεκλογική περίοδο από την αντιπολίτευση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δηλώνει: «Έχουμε εκφράσει σοβαρές ανησυχίες ότι γινόμαστε μάρτυρες μίας διάβρωσης της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών μας από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ».

Τέλος, ο κ. Βερέμης σχολιάζει ότι παρά τις απόπειρές του κατά της ανεξαρτησίας θεσμών ο ΣΥΡΙΖΑ «στερείται στρατηγικής και επομένως αυτοσχεδιάζει, κάτι που οδηγεί σε προχειρότητες και τελικά σε αποτυχία».

hard-at-work2

A Brief History of the Financial Times

David Kynaston, author of The Financial Times: A Centenary History

A crucial merger

It was the merging of two small City newspapers in 1945 that saw the creation of the Financial Times as we know it today. The two papers that came together that year were the Financial News and the Financial Times. The merger created a single paper, the modern Financial Times, that soon began to obtain a breadth and stature previously unknown in financial journalism. The FT of the new millennium is, in a very real sense, the progeny of that fortunate partnership over sixty years ago.

The older of the two original papers was the Financial News, which was established in 1884 and initially called the Financial and Mining News. Its founder, and editor for some twenty-five years, was the energetic and not always scrupulous Harry Marks, who in the 1880s realised the potential that existed for a lively and well-informed daily financial paper. The new publication’s focus – the City of London – was then at the height of its international influence and importance: the Gold Standard reigned supreme and the London Stock Exchange was burgeoning. There were other financial papers and journals already in existence, but none that covered the stock market as thoroughly, and offered such trenchant advice, as the Financial News under Marks now did.

The birth of the FT

Four years later there appeared a rival to the FN in the form of the Financial Times, which launched on 13 February 1888. On its masthead it claimed to be ‘Without Fear and Without Favour’ and boldly described itself as the friend of ‘The Honest Financier’ and ‘The Respectable Broker’, the enemy of ‘The Unprincipled Promoter’ and ‘The Gambling Operator’. Control of the FT passed through several hands during its first year, including those of the notorious company promoter Horatio Bottomley, but by 1889 it was under the firm and capable management of Douglas MacRae, a printer by trade who never lost his faith that there was room for an alternative financial daily to the FN. The early years proved a hard struggle, but in 1893 he displayed a stroke of marketing genius by deciding to have the FT printed on pink paper, immediately distinguishing it from its various rivals. Two years later the famous ‘Kaffir boom’ in South Africa gold mining shares took place, leading to hectic scenes on the Stock Exchange and surrounding streets. With the resultant upsurge of readership and advertising, the permanent future of the FT was assured.

The stockbroker’s Bible

Over the next twenty years, until the First World War, the FN and FT were indisputably the two leading financial dailies, and seem to have been roughly on a par with each other in terms of circulation, profits and overall reputation. The war, however, proved a turning-point. Under the editorship of a brilliant but unbalanced journalist, Ellis Powell, the FN made the profound mistake of turning itself into a crude propaganda sheet designed to cover the so-called ‘Unseen Hand’ of traitors in high places. It was a campaign that fundamentally alienated the paper’s City readership, which was still its core constituency, placing accurate reportage at a premium, and dismissive of subjective rhetoric. By contrast the FT continued on its sober way and increasingly became known as ‘the stockbroker’s Bible’. From 1919, it was owned by the astute Berry Brothers, who already owned the Sunday Times and who later took over the Daily Telegraph. Limited in range and often dull, but utterly reliable in its coverage of all the relevant financial news, the FT of the twenties and thirties was undeniably the ‘right stuff’ as far as its almost uniformly bowler-hatted readers were concerned.

Meanwhile, from the mid-twenties, the FN gamely tried to fight back under a series of distinguished editors. The newspaper adopted a policy of recruiting bright young journalists, creating a more outward-looking and thoughtful paper than the FT. Among those on the FN’s team during these inter-war years were Paul Einzig who began the acclaimed ‘Lombard Street’ column on monetary matters, Otto Clarke who initiated the celebrated 30-Share Index later taken over by the FT, and the young Hammond Innes before he turned to writing thrillers. Orchestrating the paper’s affairs from 1928 was its chairman Brendan Bracken, dynamic, often brash, and of seemingly limitless self-confidence. He was already an intimate of Winston Churchill, became Minister of Information during the Second World War, and was reputedly the prototype for the character of Rex Mottram in Evelyn Waugh’s novel Brideshead Revisited. But for all the talent at the FN’s disposal in these years it was a depressingly uphill fight, especially during the slump of the early thirties. The paper nearly went to the wall, and its circulation was never more than about a third of the FT’s level of some 30,000.

Two papers become one

It was a pattern that probably would have continued after the war, but for the rather capricious decision in 1945 by the FT’s owner Lord Camrose (the father of William Berry) to offer his paper to the FN. He did so partly because of poor health, partly because he wished to concentrate the family energies on the Daily Telegraph, but above all because he anticipated (unlike most people) a Labour victory in the general election later in the year and did not believe that in the changed post-war conditions the City would be able to sustain two financial dailies. Bracken, on behalf of the FN, responded to the offer with alacrity, managed with some difficulty to meet the purchase price, and on 1 October 1945 the two papers became one – taking the name of the FT on account of its higher circulation, greater commercial clout, and also no doubt its pink paper.

Combining industrial and financial coverage

The FN thus nominally died as a paper, but its spirit very much lived on through the people who now took the top jobs on the new merged FT. Chairman of the new FT was Bracken; editor was the former FN editor Hargreaves Parkinson (who had also founded the ‘Lex’ column, now transferred to the FT); and day-to-day management was the responsibility of the managing director, Bracken’s protégé Lord Moore, later Lord Drogheda. Severe newsprint restrictions handicapped the growth of the paper, but under Parkinson’s far-sighted editorship, the FT now took its first tentative steps towards embracing industrial as well as financial coverage. In 1949 Parkinson retired early because of ill health and was succeeded by Gordon Newton, who had also come up on the FN side.

The choice was not an obvious one but proved a masterstroke on Bracken’s part. Over the next 23 years Newton revealed himself to be one of the great Fleet Street editors of the twentieth century. He was in no way an intellectual, but he had an almost uncanny affinity with his readership. He did not write himself, but was the surest of judges about what comprised effective journalism. He consistently expanded the paper’s horizons, but never forgot that ultimately it had to remain a practical paper for practical people. His news values were instinctive, his insistence on accuracy unstinting, and his own appetite for work infinite. There has been no more important person in the history of the paper.

Encouraging wider readership

During the first half of the 1950s, as the newsprint restrictions eased, Newton not only fulfilled Parkinson’s legacy by introducing a thorough industrial and labour coverage, but also tightened up and expanded the paper’s traditional financial coverage, ensuring that the City remained the FT’s unbreachable ‘citadel’. On 8 July 1953 it celebrated its 20,000th edition and took advantage of the occasion to introduce under the masthead the words ‘Industry’, ‘Commerce’ and ‘Public Affairs’, words which over the next decade provided daily testimony to enhanced ambitions and widening readership. That same year Newton, encouraged by Moore, took the first step to what would become the FT’s celebrated Arts page, beginning with a review of Graham Greene’s play The Living Room. Newton also began to pursue the systematic and fruitful policy of recruiting two or three journalists each year direct from Oxbridge, including such subsequently illustrious figures as William Rees-Mogg and Nigel Lawson, both of whom served valuable apprenticeships on the expanding FT.

The pace of change did not let up. In 1957 the paper was taken over by Pearson, then a holding company with such diverse interests as oil and media. This development allowed much greater access to capital resources than had previously been the case. In 1958 Bracken died, but the following spring received a fitting memorial when the paper moved to Bracken House in Cannon Street, commanding a fine view of St Paul’s and where the paper would stay until moving just south of Southwark Bridge in 1989. During the late fifties and early sixties, as the stock market boomed and Britain was assured that it had ‘never had it so good’, so the FT prospered too, attaining by 1961 an average circulation of over 132,000 – over double what it had been when Newton became editor. To most intents and purposes it had ‘arrived’ as one of the select band of national quality papers.

A major challenge

Newton had a final major challenge to face during his editorship. This occurred in 1967 when The Times , under new ownership, launched a pull-out section of business news, representing a clear threat to the FT’s quasi-monopoly in that area. Newton successfully countered by reaching out for a still broader readership, introducing in quick succession the Technical (later Technology) page, the Executive’s World (later Management) page, and in the Saturday paper the memorably entitled How To Spend It page (from 1994 in magazine format). Over the following few years Newton also oversaw the rapid expansion of the paper’s foreign coverage, with a key role being played by the young foreign editor, J.D.F. Jones, so that by the early seventies there was hardly a paper in the world with as many full-time foreign correspondents as the FT. Newton retired at the end of 1972, leaving behind a transformed paper, a circulation of some 190,000 and a pervasive ethos of integrity and commitment to journalistic truth.

Redefining the FT

Newton’s successor was Fredy Fisher, who was German by origin, internationalist by temperament, and well-equipped to take the FT into a further phase of its development. Under his editorship the paper not only became more professional and better produced, but also engaged in a certain process of redefinition, improving once more its specialist areas of coverage (above all of the thriving and increasingly important Euromarkets) and accepting that in certain ‘non-economic’ spheres it was not going to compete with the general press. This process of redefinition was furthered by the decision, implemented in 1979, to start printing in Frankfurt an edition for European consumption. By the early eighties the FT embodied an international approach, seeking to provide a complete editorial service for the international businessman that no other British paper came close to matching.

No FT… no comment

The rest of the decade, under the quietly authoritative editorship of Geoffrey Owen from 1981, saw continuing progress, helped for most of the period by buoyant stock markets, liberalising capital markets and intense financial activity as a whole. There was also a remarkably successful advertising campaign in Britain based on the ‘No FT… no comment’ slogan, which quickly became part of everyday vernacular. During 1986, circulation for the first time passed the 250,000 mark, with a quarter of the sale coming from overseas. Printing in New York (from 1985) as well as London and Frankfurt, providing unrivalled international company news, and from 1987 publishing the first daily world share index, the FT had become one of the very few genuinely international papers as it completed its first century. That landmark, in February 1988, was celebrated by a memorable banquet at London’s Guildhall, where the guest speakers were Nigel Lawson, then at the height of his reputation as Chancellor of the Exchequer, and Paul Volcker, the leading central banker of his generation.

A global paper in the era of globalisation

The two decades since the paper’s centenary have been dominated by the forces of globalisation – making the world economy, for the first time, close to a seamless whole. Under a series of editors (Richard Lambert from 1991, Andrew Gowers from 2001, Lionel Barber from 2005), the FT has, arguably more than any other paper in the world, both covered and mirrored that process, all against the hugely helpful backdrop of English becoming ever more the universal language of business. Meanwhile, other UK newspapers have significantly cut back on their international coverage and number of foreign correspondents, leaving a vacuum that the FT, already thoroughly international, has been more than willing to fill. Many journalists have contributed to the paper’s authoritative treatment of the new world economy of the 1990s and 2000s, though perhaps none more notably than Martin Wolf, its leading economics commentator. Deeply committed to capitalism for political as well as economic reasons, but never retreating to market fundamentalism, he has exemplified the FT’s very best, most enduring values.

Different platforms, core product

The FT’s readership in these years has been transformed. After Paris in 1988 and Tokyo in 1990 had become the third and fourth non-UK places to print the FT, Madrid, Stockholm and Los Angeles all followed in 1995, the same time as the international edition was being relaunched. Other landmarks continued thick and fast: printing in Hong Kong (1996); launch of the US edition (1997); printing in Milan and Chicago (1998); non-UK circulation overtaking UK circulation (1988), printing in Boston and San Francisco (1999); printing in Dallas, Miami, Kuala Lumpur and Seoul (2000); the launch of the German-language FT Deutschland (2000); total circulation hitting an all-time high of over 500,000 copies per day (2001); digital printing in South Africa (2002); printing in Dubai and Atlanta (2003); printing in Sydney (2004); the launch of the Middle East edition (2008). Importantly, different editions, for all their local variations, have been recognisably the same core, FT product – a product readily identifiable not only because of the pink paper, across continents and time zones. Hard copy, of course, has not been the only platform in these years. The website FT.com was launched as early as 1995, followed in 2002 by a relaunch and the introduction of subscription services. By the end of that year, unique monthly users had reached 3.2 million and page views over 50 million. Over the succeeding years the paid-for model remained unusual among newspaper websites, but by 2009 it was becoming clear that other titles were going to have to move towards it in order to sustain commercial viability. There is also now an increasingly popular Chinese-language FT website, reflecting a significant hunger for objective news and business coverage.

The FT today

The FT today, whether delivered through hard-copy or online, remains in its underlying ethos recognisably the paper that Gordon Newton did so much to create half a century earlier: sober, detached and with an obstinate, unyielding separation between fact and comment. ‘We live in Financial Times’ became the new UK advertising slogan in 2007, just as the global financial crisis was starting to unfold – a crisis that brought out the very best in not only the paper’s uniquely global reportage, but also a more newfound ability to be at the very heart of the debate about the possible remedies to that crisis, in both the immediate and more long-term future. Times are unlikely to become less financial in the century’s second decade, and the FT will almost certainly remain an indispensable guide to those times.

(c) 2010 Cengage Learning

http://kourdistoportocali.com/news-desk/o-alexis-tsipras-mazevi-ta-pragmata-tou-apo-maximou/

1 comment to Δεν γίνετε να μας φτύνουν τα χειρότερα σκουλήκια της δημοσιογραφίας, που ειναι χειρότερα από τον Εμπολα, από την πανώλη, από την χολέρα, από την λέπρα!

  • ============================
    =======================================
    =
    .
    ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ .
    .
    Η δήμευση του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας, με τη βοήθεια των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών όπλων
    – τα οποία είναι αθόρυβα,
    οπότε δεν γίνονται αντιληπτά,
    ενώ δεν καταστρέφουν τον υλικό πλούτο της,
    αλλά τον «περιττό» ανθρώπινο πληθυσμό της.
    .
    ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ
    .
    Η συνέχεια του εφιάλτη
    30/12/2016
    .
    http://www.analyst.gr/wp-content/uploads/2016/12/34.jpg
    Η δήμευση του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας, με τη βοήθεια των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών όπλων – τα οποία είναι αθόρυβα, οπότε δεν γίνονται αντιληπτά, ενώ δεν καταστρέφουν τον υλικό πλούτο της, αλλά τον «περιττό» ανθρώπινο πληθυσμό της.
    .
    .
    Ανάλυση
    Σύμφωνα με μία δημοσιευμένη στατιστική στις αρχές του έτους, οι 62 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη διαθέτουν μία χρηματική περιουσία ύψους 1,76 τρις $ – όσο δηλαδή ο μισός φτωχότερος παγκόσμιος πληθυσμός, αποτελούμενος από περίπου 3,6 δισεκατομμύρια άτομα.
    Όπως ήταν φυσικό, αφού αυτό συμβαίνει κάθε φορά, υπήρξαν πολλές διαμαρτυρίες από ορισμένα διατεταγμένα ΜΜΕ – με την έννοια πως τα δεδομένα ήταν ανακριβή, ότι οι υπολογισμοί ήταν λανθασμένοι, πως το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σημασία, αφού το βιοτικό επίπεδο του πλανήτη είναι υψηλότερο, ότι τέτοιου είδους αναφορές προέρχονται από αυτούς που δεν πιστεύουν στο φιλελευθερισμό κοκ.
    Εν τούτοις, το θέμα δεν είναι εάν οι δισεκατομμυριούχοι αυτοί ήταν 62, 300 ή 500 – αλλά το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο τις τρεις τελευταίες δεκαετίας που κυριαρχεί ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, διαπιστώνεται μία τρομακτική συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε όλο και λιγότερα άτομα, μοναδική στην ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι μία εξτρεμιστική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων, σε συνδυασμό με την υπερχρέωση αρκετών κρατών, καθώς επίσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού – κάτι που ασφαλώς αποτελεί το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας.
    Εν προκειμένω δεν εννοούμε ότι, ορισμένοι υπερβολικά πλούσιοι ζουν βασιλικά, όταν όλοι οι άλλοι «προλετάριοι» είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται σκληρά για να επιβιώσουν – ενώ δεν μας ενδιαφέρει πόσα σπίτια, αυτοκίνητα, ιδιωτικά αεροπλάνα ή κότερα διαθέτει κανείς, αφού τα κέρδισε και δεν τα έκλεψε από κανέναν, οπότε είναι δικαίωμα του.
    Αυτό που όμως μας απασχολεί είναι το ότι, αυτές οι μυθικές περιουσίες προσδίδουν σε μία πολύ μικρή ελίτ υπερβολικά πλουσίων, σε συνδυασμό με τα χρηματοπιστωτικά και πολυεθνικά μεγαθήρια που ελέγχουν, μία ανεξέλεγκτη δύναμη – μία ισχύ που οι ίδιοι και οι διαχειριστές τους, τα υψηλά στελέχη δηλαδή των τραπεζών, καθώς επίσης των επενδυτικών κεφαλαίων, τη χρησιμοποιούν αδίστακτα για να υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους, με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο.
    Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, εκφυλίζεται η διακυβέρνηση σε όλες τις χώρες, ακόμη και σε εκείνες με πολύ ισχυρή δημοκρατική παράδοση – με τους πολιτικούς να καταλήγουν αδύναμοι, ανόητοι ηθοποιοί σε ένα θέατρο/δημόσιο θέαμα της ανικανότητας τους.
    Αυτό ακριβώς αρχίζουν σήμερα να συνειδητοποιούν οι Πολίτες διαφόρων κρατών, οι οποίοι μπορεί μεν να μην κατανοούν συχνά τους συσχετισμούς, αλλά διαισθάνονται ότι οι κυβερνήσεις τους αποτελούν απλά πιόνια ενός ανώνυμου καθεστώτος – το οποίο λειτουργεί προς όφελος των προνομιούχων ελίτ, αδιαφορώντας για τα δικά τους συμφέροντα και προβλήματα.
    Ως αφετηρία της νέας αυτής διαδικασίας θεωρείται το ελληνικό δημοψήφισμα – αφού το 62% που ψήφισε ΟΧΙ, παρά την τρομοκρατία της ΕΕ και τις κλειστές τράπεζες, δεν είχε καμία πρόθεση να πιέσει για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, όπως φάνηκε από την αποτυχία της ΛΑΕ. Απλά τοποθετήθηκε εναντίον της πραγματικής κυβέρνησης της χώρας, της γερμανικής Τρόικα δηλαδή, αρνούμενο να υποκύψει στις πιέσεις της – αν και προδόθηκε αμέσως μετά τραγικά, από τα πιόνια του ανώνυμου καθεστώτος.
    Εν προκειμένω ο υπεύθυνος της τρομακτικής αυτής ήττας του ελληνικού Έθνους, μέσω της οποίας επικυρώθηκαν, καθώς επίσης νομιμοποιήθηκαν και τα τρία μνημόνια μαζί, ήταν ασφαλώς προσωπικά ο κ. Τσίπρας – αφού αυτός διαπραγματεύθηκε και τελικά συμβιβάσθηκε, αδιαφορώντας για την «ετυμηγορία» της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, ενώ ήταν υποχρεωμένος από τη θέση του να τη σεβασθεί.
    Έτσι συνεχίσθηκε ο εφιάλτης, αφού θεσμοθετήθηκε η «προδοσία» του PSI, μέσω του οποίου καταλύθηκε η εθνική μας κυριαρχία και παραδόθηκαν τα κλειδιά της Ελλάδας στην Τρόικα – από έναν άνθρωπο που δεν ζήτησε καν την εξουσιοδότηση των Πολιτών, αρνούμενος το δημοψήφισμα που είχε προταθεί από τον τότε πρωθυπουργό και ανατρέποντας τον (άρθρο).
    Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε πως είναι χρέος του πρωθυπουργού η παραίτηση του, εάν όχι απέναντι στους Έλληνες, τουλάχιστον απέναντι στο κόμμα και στην ιδεολογία του – η αντικατάσταση του δηλαδή από κάποιο άλλο σοβαρό στέλεχος της παράταξης του, το οποίο δεν συμμετείχε στην απόφαση της «προδοσίας» του δημοψηφίσματος.
    Έτσι θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι εκλογές και η συνέχιση της σκυταλοδρομίας που έχουν οργανώσει έξυπνα οι δανειστές – επειδή αφενός μεν δεν συμφέρουν τη χώρα, αφετέρου δεν έχει κανένα νόημα η επανάληψη της τραγωδίας, ενώ ίσως διευκολύνει παραιτούμενος ο πρωθυπουργός την απαραίτητη συνεργασία όλων, απέναντι στον κοινό εχθρό. Φυσικά πρόκειται για την υποκειμενική μας άποψη, όπως επίσης αυτή για το PSI, την οποία οφείλει κανείς να ελέγξει μόνος του εάν είναι σωστή ή όχι – διαθέτοντας σήμερα όλες τις πληροφορίες, επί πλέον στις επώδυνες εμπειρίες του παρελθόντος.
    Τέλος, η διαδικασία συνεχίσθηκε με το BREXIT, με την εκλογή του κ. Trump, καθώς επίσης με το ιταλικό δημοψήφισμα – ενώ δεν πρόκειται να σταματήσει, παρά τις περί «πολιτικών δημαγωγών» κατηγορίες, επειδή οι Πολίτες έχουν πλέον καταλάβει ότι τα παραδοσιακά κόμματα υπηρετούν έμμισθα τις ελίτ εις βάρος τους (κάτι που μάλλον δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να αποδεχθούν).
    Η δικτατορία των ελίτ
    Από την άλλη πλευρά υπενθυμίζουμε ότι, είναι πια εμφανές πως οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν ελάχιστες δυνατότητες παρέμβασης σε ένα παγκόσμιο «οικονομικό καθεστώς», το οποίο στηρίζεται στη διαχείριση των χρεών – με κυριότερο παράδειγμα την Τρόικα, όπου δεν πρόκειται για μία κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους, αλλά για έναν οργανισμό με κυβερνητικές εξουσίες, ο οποίος στελεχώνεται από τα θεσμικά όργανα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής διαχείρισης.
    Ο οργανισμός αυτός λειτουργεί ως ένα είδος σύγχρονης «επιτροπής κοινωνικής πρόνοιας», χαρακτηριζόμενος κυρίως από δύο στοιχεία:
    (α) από άτυπες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, οι οποίες μεταβιβάζονται απολυταρχικά στις κυβερνήσεις με τη βοήθεια των μνημονίων, καθώς επίσης
    (β) από μία «ψευδο-νομιμοποίηση», η οποίαν καθορίζεται στην τελική της μορφή από τους πιστωτές – δηλαδή, από τις χρηματοπιστωτικές αγορές που ελέγχονται από της ελίτ με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών.
    Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα το εκάστοτε κόμμα, το οποίο κυβερνάει ή θέλει να κυβερνήσει ένα κράτος, να είναι υπεύθυνο απέναντι σε δύο ομάδες: αφενός μεν απέναντι στους Πολίτες της χώρας του, στους εκλογείς του, αφετέρου απέναντι στα στελέχη των χρηματαγορών – τα οποία, μέσω των «διαθέσεων» των επενδυτών, υπαγορεύουν στην κυριολεξία τις αποφάσεις τους.
    Πρόκειται ουσιαστικά για μία εντελώς καινούργια κατάσταση, όπου συγκρούονται οι εθνικά ανεξάρτητες κυβερνήσεις, οι οποίες νομιμοποιούνται σε κάποιο βαθμό δημοκρατικά (σε κάποιο βαθμό, επειδή η χειραγώγηση των Πολιτών παραμένει αρκετά μεγάλη), με τα κυρίαρχα όργανα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής διαχείρισης – τα οποία εκπροσωπούν ή «ενσαρκώνουν» την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα.
    Με απλά λόγια, ένα κράτος έρχεται σε σύγκρουση με έναν ισχυρότατο, παγκόσμιο σύστημα, με ελάχιστες εάν όχι ανύπαρκτες πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο – τη σύγχρονη αυτή «ταξική πάλη», η οποία δεν διεξάγεται πλέον εντός των κρατών, μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα (για παράδειγμα, μεταξύ των βιομηχάνων και των εργαζομένων), αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου από τη μία πλευρά είναι οι Πολίτες, ενώ από την άλλη οι χρηματαγορές.
    Με δεδομένη δε τη «συνεκτικότητα» των αγορών, την «ομοψυχία», καθώς επίσης την αποτελεσματικότατη οργάνωση τους, απέναντι στην οποία ευρίσκονται οι ελεύθεροι Πολίτες, με εντελώς αντίθετα χαρακτηριστικά, η σύγχρονη ταξική πάλη οδηγεί στις συνεχείς ήττες των ανθρωπίνων κοινωνιών – μεταξύ άλλων επειδή, αν και διαισθάνονται, δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη νέα αυτή τάξη πραγμάτων.
    Επομένως, η έννοια της «λαϊκής κυριαρχίας» έχει ξεπεραστεί από τη στυγνή πραγματικότητα, έχει πάψει πια να υπάρχει – γεγονός που τεκμηριώνεται από τον εκβιαστικό καταναγκασμό των Ιρλανδών να αναλάβουν τα χρέη των τραπεζών τους, από τη δολοφονία της Κύπρου, από την αδυναμία της νέας ελληνικής κυβέρνησης να διαχειρισθεί τις εντολές των Ελλήνων, από τη λεηλασία της Πορτογαλίας κοκ.
    Περαιτέρω, δεν αποτελεί μόνο παρελθόν η «λαϊκή κυριαρχία», αφού σήμερα ακόμη και τα δημοκρατικά «νομιμοποιημένα» όργανα, όπως οι λαοί που ψηφίζουν την ηγεσία τους, δημιουργούν έντονες αμφιβολίες – «υποψίες» κατά κάποιον τρόπο, ως προς τη νομιμοποίηση τους.
    Για παράδειγμα, ο ελληνικός λαός θεωρήθηκε πως συμπεριφέρθηκε παράνομα το 2015 (δημοψήφισμα), δίνοντας τις συγκεκριμένες εντολές στην κυβέρνηση του (διαγραφή του χρέους, εκδίωξη της Τρόικας κλπ.) – αφενός μεν απέναντι στους λαούς της Ευρώπης, αφετέρου απέναντι στους πιστωτές της χώρας του.
    Στα πλαίσια αυτά, η πολιτική θεωρία αναφέρεται σε μία καινούργια «εθνική κυριαρχία» ή σε μία «αλήτικη κυριαρχία». Είναι αντιμέτωπος δηλαδή κανείς με μία διαδικασία, στην οποία δεν υπεισέρχεται ένας ορισμένος οργανισμός, μία άλλη Αρχή ή ένας καινούργιος Θεσμός στη θέση τις παλαιάς «λαϊκής κυριαρχίας», αλλά «μεταναστεύουν» σταδιακά οι εξουσίες λήψης κυρίαρχων αποφάσεων.
    «Σκοτεινό» παράδειγμα αποτελεί ξανά η Ελλάδα, στην οποία έχει κορυφωθεί η συγκεκριμένη διαδικασία – όπου οι παραδοσιακοί πυρήνες της εθνικής κυριαρχίας της, οι αποφάσεις που αφορούν τον προϋπολογισμό, καθώς επίσης το φορολογικό Δίκαιο, έχουν «μεταναστεύσει» στο εξωτερικό και λαμβάνονται από την Τρόικα.
    Το κυρίαρχο οικονομικό καθεστώς
    Συνεχίζοντας, κυρίαρχο είναι ένα «οικονομικό καθεστώς», το οποίο μετατρέπει το ρίσκο των συντελεστών του, αυτών που το συναποτελούν, σε απειλές για τους υπόλοιπους ανθρώπους – όπου ως «οικονομικό καθεστώς» ορίζεται εδώ η συσπείρωση, η ένωση δηλαδή εθνικών και διεθνών οργανισμών, όπως είναι οι κεντρικές τράπεζες, το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ κλπ.
    Οι «οργανισμοί» αυτοί, στηριζόμενοι σε διεθνείς συμφωνίες που οι ίδιοι δρομολογούν, είναι εκείνοι οι ισχυρότατοι «παίκτες» των χρηματαγορών, οι οποίοι υιοθετούν και εφαρμόζουν συγκεκριμένες πρακτικές – μέσω των οποίων ιδιωτικοποιούν τα κέρδη και κοινωνικοποιούν τις ζημίες των εντολέων τους, των αγορών, απειλώντας όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους.
    Ο τρόπος τώρα, με τον οποίο εισβάλλουν σε μία χώρα, καταλύουν την εθνική της κυριαρχία και τη μετατρέπουν σε κατεχόμενη, τους Πολίτες της σε σκλάβους χρέους, δεν είναι φυσικά ο παραδοσιακός – κατά τον οποίο απαιτούνταν τανκς, στρατός και αεροπλάνα. Απλά «δημεύουν» το παρόν και το μέλλον της χώρας, με τη βοήθεια των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών όπλων – τα οποία είναι αθόρυβα, οπότε δεν γίνονται αντιληπτά εύκολα, ενώ δεν καταστρέφουν τον υλικό πλούτο της, αλλά τον «περιττό» ανθρώπινο πληθυσμό της.
    Αυτόν δηλαδή που δεν είναι απαραίτητος για την διασφάλιση της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς επίσης για την ομαλή λειτουργία της κατεχόμενης χώρας, έτσι ώστε να υπηρετούνται τα συμφέροντα των εισβολέων: η μεγιστοποίηση της ωφέλειας τους, με το ελάχιστο δυνατό κόστος.
    Στα πλαίσια αυτά, τα σχετικά πρόσφατα λόγια του γερμανού υπουργού οικονομικών, σύμφωνα με τα οποία «η Ελλάδα έχει χάσει την εμπιστοσύνη των αγορών, οπότε πρέπει να την κερδίσει ξανά», δεν είναι προφανώς η λύση του προβλήματος της πατρίδας μας, αλλά ο ορισμός του. Με απλά λόγια, εάν κάνουμε αυτό που λέει ο υπουργός, εάν προσπαθήσουμε να κερδίσουμε δηλαδή την εμπιστοσύνη των αγορών, τότε θα είναι σαν να αποδεχόμαστε την ηγεμονία τους – κάτι που σημαίνει ότι, θα βάλουμε το πρόβλημα στη θέση της λύσης!
    Ακόμη περισσότερο, η φράση «χαμένη εμπιστοσύνη» είναι διπλής ανάγνωσης, επειδή στη σημερινή εποχή η σχέση εμπιστοσύνης δανειστή και οφειλέτη είναι «ασύμμετρη» – αφού ναι μεν κανένας δανειστής δεν ωφελείται καταστρέφοντας τον οφειλέτη του, αλλά με τα σύγχρονα οικονομικά εργαλεία μπορεί να κερδίσει ορισμένες φορές περισσότερα, οδηγώντας τον στο γκρεμό.
    Για παράδειγμα, οι κάτοχοι ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, ειδικά οι «μικροί», έχασαν μεν πολλά χρήματα από τη χρεοκοπία της χώρας (PSI), αλλά οι αγορές, το «οικονομικό καθεστώς», κέρδισε πολλαπλάσια – με τη βοήθεια των ασφαλιστικών συμβολαίων (CDS), των ανοιχτών πωλήσεων μετοχών και ομολόγων, της εξαγοράς επιχειρήσεων του δημοσίου σε εξευτελιστικές τιμές (ΟΠΑΠ) κοκ.
    Από την άλλη πλευρά, όποιος χάνει την εμπιστοσύνη των αγορών σήμερα δεν είναι μόνο οφειλέτης, αλλά και ένοχος – όπως συμπεραίνεται από τη στάση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα, η οποία δεν απαιτεί μόνο την πληρωμή των χρεών της χώρας μας αλλά, επίσης, την παραδειγματική τιμωρία της.
    Χρησιμοποιώντας λοιπόν κατά το δοκούν την έννοια της ηθικής, καθώς επίσης αδιαφορώντας για άλλου είδους «αρχές», όπως αυτή της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, του κράτους προνοίας κοκ., ο γερμανός υπουργός οικονομικών κατηγορεί τους Έλληνες που διαπραγματεύονται μαζί του ως ανεύθυνους, ως τρομοκράτες της νομισματικής ένωσης, ως εκβιαστές, ως ανόητα αφελείς κοκ. για να επιβληθεί στις διαπραγματεύσεις.
    Η παγίδα των αγορών
    Ιστορικά η Δύση επέλεξε μόνη της να εγκλωβιστεί στην παγίδα των αγορών, μετά τη δεκαετία του 1970, όπου επικράτησε ο νεοφιλελευθερισμός – με αφετηρία τις Η.Π.Α., καθώς επίσης τη Μ. Βρετανία.
    Ειδικότερα, παρά το ότι η δυναμική των χρηματαγορών, η πολυπλοκότητα και η ταχύτατη εξέλιξη τους δηλαδή, απαιτούσε τη συνεχώς αυξανόμενη ρύθμιση τους, τον έλεγχο τους δηλαδή μέσω του κράτους, έγινε ακριβώς το αντίθετο – απελευθερώθηκαν, αναλαμβάνοντας τελικά τα ηνία.
    Για παράδειγμα, η αμερικανική κυβέρνηση μείωσε στα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας τις θέσεις στο δημόσιο κατά 50.000, δημιουργώντας 1.000.000 θέσεις στον ιδιωτικό τομέα – ο οποίος ανέλαβε τη διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων, κατ’ εντολή της κυβέρνησης.
    Την ίδια εποχή, η ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, καθώς επίσης η δυνατότητα παραγωγής των επιχειρήσεων στις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού, αύξησε σημαντικά τα κέρδη των οικονομικά ισχυρών – παράλληλα με τη δημιουργία μεγάλων επενδυτικών επιχειρήσεων, με τεράστιες δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα άρχισαν να αυξάνονται γεωμετρικά τα χρέη των κρατών. Δημιουργήθηκαν λοιπόν δύο «Θεσμοί», οι οποίοι εξυπηρετούν ουσιαστικά το κυρίαρχο πλέον οικονομικό καθεστώς:
    (α) το φορολογικό κράτος, το οποίο διευκολύνει τον κυκλοφοριακό κύκλο της χρηματοδότησης μέσω των φόρων – έτσι ώστε να εξυπηρετούνται τα χρέη και οι τόκοι, καθώς επίσης
    (β) οι κεντρικές τράπεζες με τη νέα τους μορφή, με βάση την οποία φροντίζουν για το Δίκαιο των πιστωτών – για την ασφάλεια των δανείων και των κεφαλαίων τους.
    Για παράδειγμα, η Τράπεζα της Αγγλίας δημιουργήθηκε από τη συνεργασία των ιδιωτών πιστωτών, στους οποίους εξασφαλίσθηκε η λήψη τόκων για τα δάνεια τους στο κράτος – οπότε ουσιαστικά το φορολογικό μονοπώλιο. Με τον τρόπο αυτό η χρηματοδότηση του κράτους, καθώς επίσης η εξυπηρέτηση των δανείων του, υπήχθη στο σύνταγμα του – οπότε εξασφαλίσθηκε η καλύτερη δυνατή προστασία των πιστωτών του.
    Συνεχίζοντας, οι κεντρικές τράπεζες ανέλαβαν κυβερνητικές λειτουργίες, χωρίς όμως να ελέγχονται από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια – με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία τέταρτη εξουσία, η οποία δεν υπόκειται στους περιορισμούς του εκάστοτε συντάγματος. Ο νικητής στην προκειμένη περίπτωση είναι οι επενδυτές, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια, η δύναμη των οποίων αυξήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
    Ο βασικότερος εκπρόσωπος της τέταρτης αυτής εξουσίας είναι η Fed η οποία, σε αντίθεση με την Τράπεζα της Αγγλίας, δεν ιδρύθηκε για δημοσιονομικούς λόγους, αλλά για την προστασία των χρηματαγορών – με την έννοια πως ο πρωταρχικός της σκοπός δεν είναι η χρηματοδότηση του κράτους και των χρεών του, αλλά η ασφάλεια του τραπεζικού κλάδου, των χρηματοπιστωτικών αγορών και της διακίνησης των πιστώσεων (πρόσφατα εξελίσσεται αντίστοιχα και η ΕΚΤ).
    Ουσιαστικά πρόκειται για την ανεξαρτησία του κεφαλαίου από την «τυραννία της τυχαίας πλειοψηφίας», η οποία θεωρεί πως χαρακτηρίζει τη Δημοκρατία – όπου με την ίδρυση της Fed ολοκληρώθηκε ο χωρισμός μεταξύ της εκλογικής και της χρηματοπιστωτικής «τάξης».
    Αργότερα, όταν οι αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών, όσον αφορά τη δημιουργία χρήματος, καθώς επίσης τη νομισματική πολιτική, έγιναν αντικείμενο των ίδιων των αγορών, η κυριαρχία του οικονομικού καθεστώτος έγινε απόλυτη – ενώ έκτοτε το χρήμα δεν είναι αυτό που δημιουργείται από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά, κυρίως, αυτό που παράγεται από τις αγορές, από τις εμπορικές τράπεζες.
    Ένα από τα αποτελέσματα της εξέλιξης αυτής είναι το ότι, οι κεντρικές τράπεζες σήμερα δεν γνωρίζουν πόσα χρήματα κυκλοφορούν στις αγορές – οπότε ούτε τα ρίσκα που υπάρχουν στο σύστημα. Με απλά λόγια, οι εξελίξεις στις χρηματαγορές δεν εξαρτώνται πια από τις πολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις – γεγονός που σημαίνει πως η Πολιτική έχει ηττηθεί κατά κράτος.
    Επίλογος
    Προφανώς η Πολιτική δεν μπορεί πλέον να ελέγξει τις αγορές – αφού δεν έχει καν τη δυνατότητα να επιβάλλει φόρο στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, παρά τις προσπάθειες της τα τελευταία χρόνια, ούτε να περιορίσει τους φορολογικούς παραδείσους.
    Στο σημείο αυτό αρκετοί θεωρούν πως στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν πρόκειται για μία σύγκρουση που αφορά την πολιτική λιτότητας – αλλά για μία ευρύτερη διαμάχη της Πολιτικής με το οικονομικό καθεστώς, από το αποτέλεσμα της οποίας θα καθοριστεί ποιός θα έχει την τελευταία λέξη, όσον αφορά το μέλλον των οικονομιών και των κοινωνιών, τα συστήματα υγείας, την παιδεία, το κοινωνικό κράτος, τα δικαιώματα των εργαζομένων κοκ.
    Όλα όσα αφορούν λοιπόν τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων, καθώς επίσης τη λειτουργία των κοινωνικών συστημάτων τους – για την έκβαση της σύγχρονης «πάλης των τάξεων», όπου στη μία πλευρά ευρίσκονται οι Πολίτες όλων των χωρών, ενώ στην άλλη το «οικονομικό καθεστώς», με την Πολιτική στον ενδιάμεσο χώρο.
    Το πεδίο της μεγάλης αυτής μάχης, καλώς ή κακώς, είναι η Ελλάδα – αφού έχουν πλέον συνθηκολογήσει όλες οι άλλες χώρες που βρέθηκαν στο «μάτι του κυκλώνα», μετά την υπερχρέωση τους. Επομένως, η έκβαση της δεν θα είναι καλή ή κακή μόνο για την ίδια, αλλά αφορά ολόκληρο τον πλανήτη – γεγονός που επεξηγεί καλύτερα γιατί συνεχίζουν να είναι στραμμένα επάνω της τα φώτα της δημοσιότητας.
    http://www.analyst.gr/2016/12/30/i-sinexia-tou-efialti/
    .
    .
    ΦΩΤΟ
    .
    .
    https://3.bp.blogspot.com/-TKrba2gIOS0/WGbBLWu-x_I/AAAAAAACSG0/vi0HtbEfOtcC2xqAZ3kETKoOJKn9Iz_HgCEw/s640/KONTOGEORGOS%2BGIORGOS%2BGIA%2BPOLITIKOYSScreenshot_1.png
    .
    .
    ΥΣ. 1
    .
    ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ Η ΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ,
    ΜΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΠΙΚΡΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ,
    Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ
    ΜΕ ΒΑΣΗ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ.
    ΟΤΙ ΑΛΛΟ ΑΠΛΑ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙΣ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ……………
    .
    ΥΣ. 2
    .
    ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΤΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΜΕΙΝΕΙ ,
    ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΕΤΕ…………………………..
    .
    ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ ΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΣΩΣΤΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ…………..
    .
    .
    .
    ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΓΕΓΟΝΟΣ
    .
    Η ωραιότερη ευχή, για το 2017!
    .
    .
    ΦΩΤΟ ΜΕ ΜΗΝΥΜΑ
    .
    .
    https://www.facebook.com/photo.php?fbid=437892639932920&set=p.437892639932920&type=3&theater
    .
    https://scontent.fath1-2.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/15781340_437892639932920_4622624055077605010_n.jpg?oh=d44c9238adf6259849cebac75b744b3e&oe=591CAA6A

    .
    .
    ΑΜΗΝ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΑ
    .