Η ΩΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ Η ΑΡΧΉ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!!!

Η Γενετική Ιστορία των Κατοίκων της Ελλάδας: Το DNA των Ελλήνων

ΚΑΙΡΟΣ

O καιρός σήμερα

Ιστορικά ανέκδοτα.

 Άλλοτε o Ιφικράτης ήθελε να διαφυγή την προσοχή των εχθρών πού παρακολουθούσαν τόν στρατό του και έπετίθεντο, και ακίνδυνα να μετατόπιση προς τα πίσω τα στρατεύματα του. IV αυτό, όσα δένδρα ήσαν σ” εκείνον τον τόπο, τα «περιέκοψε» και κρέμασε σ” αυτά ασπίδες, κράνη και δόρατα. Και οι μεν εχθροί έσχημάτισαν τήν έντύπωσι ότι εκεί παρέμεναν τα στρατεύματα τοϋ Ίφικράτους, εκείνος όμως με ολον τον στρατόν του, άπεμακρύνθη χωρίς να πάθη τίποτε.
(Κάτι ανάλογο έκαμε κι” ό Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια, γιά νά μή# εννοήσουν το σχέδιο του οί Τούρκοι)..
31—  Οί Θηβαίοι έσκέπτοντο νά επιτεθούν κατά των Αθηνών εν καιρω νυκτός. Ό Ιφικράτης δμως, όταν έμαθεν αυτό, έδωσε παράγελγμα σε μερικούς Αθηναίους, με τρόπο, δήθεν μυστικό, νά μεταδώσουν ό ένας στον άλλον κατά τήν νύκτα το έξης σύνθημα: «Συγκεντρώνεσθε στην αγορά, προδίδεται ή πόλις τών Θηβών». Και «αφού βγούμε αθόρυβα καί επιτεθούμε έξαφνα, θά κυριεύσωμε τάς Θήβας».  Όταν αυτό διεδόθη καί το έμαθαν οί Θηβαίοι, παρητήθησαν άπο τήν σκέψι νά επιτεθούν κατά τών Αθηνών καί έφρόντισαν γιά τήν φρούρησι της πόλεως των. Με αύτδ το τέχνασμα δεν εγινεν ή έπίθεσις τών Θηβαίων κατά τών Αθηνών.
32—  Ό Ιφικράτης παρωμοίαζε τήν «σύνθεσιν» τών στρατοπέδων με το ανθρώπινο σώμα. θώρακα ώνόμαζε τήν φάλαγγα, χέρια τους ελαφρώς ώπλισμένους, πόδια το ιππικό, «κεφαλήν» δέ τον στρατηγό. Καί είχε τήν γνώμην, ότι, οταν τά άλλα λείψουν, κουτσό καί ανάπηρο μένει το στρατόπεδο, όταν ομως χαθή ο στρατηγός, το πάν γίνεται άχρηστον.
33—  Ό Ιφικράτης συνεβούλευσε τους Μυτιληναίους νά φτιάσουν γρήγορα πολλές ασπίδες γιά νά τις στείλουν στους δούλους τών πολιτών της Χίου. 01 Χιώτες, όταν έμαθαν αυτό, επειδή έφοβήθησαν τους δούλους, έστειλαν αμέσως χρήματα στον Ιφικράτη καί έγιναν σύμμαχοι του.
34—  Ό Ιφικράτης έλεγε στους στρατιώτες του ότι θά τους προσέφερε τήν νίκην, άν τήν στιγμή πού θά έσήκωνε τή σημαία, έδιδαν ο ένας στον άλλον θάρρος καί έκαμναν έ’να βήμα προς τά εμπρός. Ήταν δέ τότε ή πεισματώδης μάχη στην κρίσιμη στιγμή.
Πράγματι ο στρατηγός ύψωσε τήν σημαία, καί οί στρατιώτες του έπροχώρησαν με αλαλαγμούς, καί, αφού απώθησαν τους εχθρούς, τους έτρεψαν είς φυγήν.
35— Ό Ιφικράτης, επειδή δεν εύρισκε χρήματα γιά το  Κράτος, έπεισε, ή μάλλον έπειθανάγκασε, τους Αθηναίους εκείνους, πού είχαν σπίτια στους μεγαλυτέρου- δημοσίους δρόμους της πόλεως, νά κρημνίσουν τον δεύτερον όροφο τών σπιτιών ή νά τά πωλήσουν. Οί κάτοχοι τών σπιτιών έφοβήθησαν, μήπως γίνουν άσχημα τά σπίτια τους, καί προσέφεραν πολλά χρήματα.
86— Ό Ιφικράτης κατά διαφόρους τρόπους έγύμναζε τους στρατιώτες του. Λ.χ. «έμηχανεύετο» ψευδοβοήθειες, ψευδοενέδρες, ψευδοπροδοσίες, ψευδοαυτομολίες, ψευδοεφόδους, ψευδοπανικούς κλπ., με σκοπόν, εάν κάποτε έγίνετο κάτι τέτοιο, νά μήν εκπλήσσονται καθόλου.
37—  Ό αυτός Ιφικράτης, όταν επετέθη εναντίον ενός χωριού, αφού έστειλε σε πολλά σημεία σαλπιγκτάς, τους διέταξε νά σαλπίζουν. Οί εχθροί τότε διεσκορπίσθησαν τρέχοντες άλλος προς άλλη κατεύθυνσι, προς το μέρος πού ηχούσαν σάλπιγγες, καί εκείνος, αφού ένίκησε τους ολίγους πού έμειναν στο χωριό, εύκολα έγινε κύριος αυτού.
38—   Άλλοτε πάλι ο Ιφικράτης, όταν εύρίσκετο στή Χίο καί ήθελε νά έλέγξη αυτούς πού είχαν Λακωνικά φρονήματα, διέταξε μερικούς από τους τριηράρχους του, αφού πλεύσουν έξω από τά χωρικά ύδατα τού νησιού, έπειτα από μία ήμερα, νά «έπαναπλεύσουν» με Λακωνικές ενδυμασίες καί με Λακωνικά εμβλήματα. Τότε οί μεν «Λακονίζοντες» Χιώτες, μέ πολλή χαρά, κατέβηκαν στο λιμάνι, δ δέ Ιφικράτης, αφού έκύκλωσε καί έπιασε αυτούς πού από τήν πόλι προσήλθαν  , τους έστειλε στους Αθηναίους γιά τιμωρία.
39—  Ό Ιφικράτης κουβαλούσε επάνω σ” αμάξια πολλά λάφυρα από τή χώρα τών Όδρυσών. Τότε οί Όδρύσαι, πού είχαν κοίλους στρατιώτες, τον κατεδίωκαν. Εκείνος όμως, επειδή είχεν ολίγους ιππείς, έδωσε σε πεζούς μεγάλα κομμάτια δαδιά αναμμένα, καί τους διέταξε νά επιτεθούν κατά τών έχθρων. Τότε τά άλογα τών Όδρυσών, επειδή δεν ημπορούσαν νά υποφέρουν τήν ασυνήθιστη οψι της φλόγας, γρήγορα έγύρισαν προς τά πίσω καί έφυγαν.
Ό Ιφικράτης, όταν εκαμεν έπίθεσιν εναντίον μιας πόλεως, επειδή ήταν ανάγκη νά περάση από ένα ποτάμι πού έρρεε μέσα από την πόλι, έπέρασε νύκτα με το στράτευμα του για νά διαφυγή τήν προσοχή εκείνων πού εύρίσκοντο στην πόλι. Διέφυγε δέ τήν προσοχή τους, γιατί το νερό πού έθόλωσε κατά τή διάβασι του στρατού, ώς το πρωί είχε ξαστερώσει. Αφού διέφυγε τήν προσοχή των κατέχων της πόλεως, τήν έπομένην επετέθη εναντίον αυτών από εκεί πού δέν έπερίμεναν και τους ένίκησε.
(Περί ασφαλείας πόλεων)
41—  Μολύβι λυωμένο όταν χυνόταν σε πολιορκητικές μηχανές των παλαιών Ελλήνων, μπορούσε νά τις αποτέφρωση. Γρήγορα όμως τότε άνεκάλυψαν ότι τή φωτιά αυτή τήν σβήνει τό ξύδι, όπως και κάθε είδους φωτιά. Γιά νά ήσαν όμως πιο βέβαιοι γιά τήν πρόληψι της φωτιάς στις «μηχανικές χελώνες» κατά τις πολιορκίες, έβαζαν επάνω σ” αυτές υγρή λάσπη ή σπόγγους βουτηγμένους στό ξύδι.  (56-6)   .
42—  Ό στρατηγός Τιμόθεος ήταν έτοιμος νά άποπλεύση μέ  όλον του τον στόλον. Όλίγον όμως πριν ξεκινήσουν, κάποιος έφταρνίσθηκε. Τότε ο κυβερνήτης διέταξε νά μήν ξεκινήσουν τά πλοία, διότι οι ναύτες δέν είχαν τό θάρρος ν” ανεβούν στά πλοία. Ό Τιμόθεος αύτη τή στιγμή, αφού έμειδίασεν, είπε: «Λοιπόν ποιος κακός οιωνός ενεφανίσθη, αφού, ενώ τόσοι ευρίσκονται εδώ γύρω,  ένας μόνον έφταρνίσθηκε;» Οι ναύτες έγέλασαν καί, αφού ανέβηκαν στά πλοία, απέπλευσαν.
43—  Ό Χαβρίας παρήγγελλε στους στρατιώτες του: « Όταν πρόκειται νά πολεμήσωμε, νά μή λαμβάνωμεν ύπ” οψιν μας οτι συμπλεκόμεθα μέ εχθρούς, άλλα μέ ανθρώπους πού έχουν σάρκες καί είναι όμοιοι μ” εμάς, εφόσον καί αυτοί είναι καμωμένοι όπως όλοι οι άνθρωποι».
ΒΙΒΛΙΟΝ   Δ”.
44—  Ό Μ. Αλέξανδρος οδηγούσε τό στράτευμα του σ” εποχή θέρους κοντά σέ ενα ποτάμι, στην απέναντι όχθη τοΰ οποίου  ήσαν εχθροί. Γιά νά μή διαλυθή ή παράταξις, ειδοποίησε τους στρατιώτες δτι τό νερό τοϋ πόταμου ήταν δηλητηριασμένο καί θανάσιμο γιά όσους θά επιναν άπ” αυτό. Οί στρατιώτες λοιπόν δέν ήπιαν, και έτσι διεφύλαξαν άδιάλυτη τήν παράταξι. «Οταν όμως ο Αλέξανδρος μέ τά στρατεύματα του κατετρόπωσε τους εχθρούς, επί παρουσία όλων, γελώντας ήπιε νερό από εκείνο τό ποτάμι. Οι στρατιώτες τότε κατάλαβαν τό αθώο στρατηγικό ψέμα καί παρεδέχθησαν ότι τό τέχνασμα ήταν καί έξυπνο καί ωφέλιμο. (Κεφ. 30-2).
45— Ό Φίλιππος έφερε κοντά στά τείχη τών Μεθωνέων σκάλες, καί μ” αυτές ανέβασε πολλοίς πολιορκητάς Μακεδόνας.  Όταν δ” εκείνοι ανέβηκαν στά τείχη, αφήρεσε τις σκάλες, μέ τήν σκέψιν ότι, αν δέν είχαν ελπίδα νά κατεβούν, θά έφρόντιζαν νά γίνουν κύριοι τών τειχών με περισσότερη προθυμία.
46—  Ό Φίλιππος είχε τήν επιθυμία νά κατάκτηση τή Θεσσαλία, άλλα δέν πολεμούσε φανερά κατά τών Θεσσαλών.  Όταν ομως οί Πελιναίοι πολεμούσαν κατά τών Φαρσαλίων καί οι Φερραίοι κατά τών Λαρισαίων, οι δέ άλλοι είχαν διαιρεθή καί είχαν ταχθή μέ τους Θεσσαλούς αντιπάλους, πάντοτε ό Φίλιππος εστελλε βοήθεια σ” εκείνους πού τοϋ ζητούσαν.  Όταν νικούσαν οί δικοί του, δεν χρησιμοποιούσε τους βοηθημένους γιά νά άναστατώνη τους νικημένους.  Όπλα δέν ζητούσε νά του καταθέσουν, τείχη δέν κατέρριπτε, καί μάλλον «έτρεφε τάς στάσεις» παρά τάς διέλυε. Έφρόντιζεν όμως γιά τους αδυνάτους, ενώ τους δυνατωτέρους τους καθαιρούσε. Τών λαϊκών τάξεων ήταν φίλος, καί τους δημαγωγούς τους περιποιείτο. Μέ αυτά τά «στρατηγήματα», ο Φίλιππος έγινε κύριος της Θεσσαλίας, καί όχι μέ όπλα.
47—  Ό Αλέξανδρος ώς στρατηγός κατώρθωνε νά «κατακτά» όλους τους ανθρώπους καί νά εχη τήν εύνοια τους. Καί προτιμούσε νά ονομάζη τους υπηκόους του «Αλεξάνδρους» αντί νά τους προσαγορεύη μέ τις συνειθισμένες λέξεις της εποχής του, ήτοι «βροτούς, άνδρας, φώτας, μέροπας, ανθρώπους».
48—  Ό Αλέξανδρος, όταν έφθασε στην Περσία, έδιάβασε στά βασιλικά ανάκτορα καταλόγους φαγητών γιά τά γεύματα καί τά δείπνα του βασιλέως της Περσίας, πού είχαν χαραχθεί σέ μιά χάλκινη κολώνα. Εκεί είχαν γραφή καί μερικοί νόμοι, τους οποίους είχεν ορίσει ο Κύρος. Οί κατάλογοι αυτοί περιελάμβαναν πάμπολλα πλουσιώτατα φαγητά. Εις τό τέλος αυτών τών καταλόγων, ο Αλέξανδρος έγραψε: «Δέν συμφέρει τους βασιλείς νά μαθαίνουν νά δειπνούν τόσον άσωτα. Διότι τήν πολλή ασωτία καί την τρυφηλότητα, κατ” ανάγκην θα τήν ακόλουθη πολλή ανανδρία».  Έλεγε δε στους στρατιώτες τους: «Βλέπετε ότι και όσοι με τόσο πλούσια δείπνα χορταίνουν, στις μάχες γρήγορα και εύκολα νικώνται».
49—   Όταν ό Αντίγονος πολιορκούσε τά Μέγαρα, έχρησιμοποίησε στην πολιορκία και ελέφαντας. Τότε ο! Μεγαρείς άλειφαν δλο τό σώμα των γουρουνιών με υγρή πίσσα (ρετσίνη) και αφού έβαζαν φωτιά στο σώμα των γουρουνιών, τά άφηναν ελεύθερα. Τά γουρούνια πού εκαίοντο, υπέφεραν και έκραζαν και μέ πολλή ταχύτητα έτρεχαν γύρω στον  χώρο πού ήσαν οί ελέφαντες. Ο! ελέφαντες τότε αφήνιαζαν και έφευγαν, άλλος προς άλλη κατεύθυνσι.  Επειτα άπ” αυτό τό γεγονός, ό Αντίγονος διέταξε τους Ινδούς, είς τό έξης νά τρίψουν χοίρους μαζί μέ τους ελέφαντας, γιά νά συνηθίζουν τά «μεγάλα θηρία» και νά μή φοβούνται από τήν όψη και από τή φωνή των χοίρων.
50—  Ό Ψευοαγόρας, γιά νά στείλη ασφαλώς τό μήνυμα του χωρίς νά γίνη αντιληπτός, έγραψε γράμμα επάνω σ” ένα λινό λερωμένο κομμάτι υφάσματος και τό ερραψε ανάμεσα στά κουρέλια ενός κουρελιασμένου φορέματος. Τό φόρεμα αυτό διέταξε νά τό φορέσει ένας δούλος, και αυτόν έστειλε στο στρατόπεδο γιά τό οποίο προωρίζετο τό γράμμα. Ό δούλος έθεωρήθηκε ζητιάνος όταν επήγε στους εχθρούς καί, χωρίς υποψία και κίνδυνο, έδωσε τό
γράμμα σ” εκείνους πού διετάχθη νά τό δώση.  (1-7) .
51—  Ό Διονύσιος ο τύραννος τών Συρακουσών, επειδή επιθυμούσε νά μάθη ποιοι ήσαν αυτοί πού αντιπαθούσαν αυτόν καί τήν τυραννίδα του, κατέπλευσεν από τήν Ιταλία σ” ενα κρυφό ναυπηγείο καί διέδωσε μέ τους στρατιώτες του ότι απέθανε. Τότε οί αντίθετοι του έτρεχαν όλοι μαζί καί διηγοΰντο τό γεγονός. Εκείνος δέ, αφού άρπαξε όλους εκείνους πού ήσαν ευχαριστημένοι γιά τήν πληροφορία, τους έθανάτωσε.
52—   Άλλοτε πάλιν ο Διονύσιος προσεποιήθη τον άρρωστο καί διέδωσε τήν πληροφορία ότι βρισκόταν σέ επικίνδυνη κατάστασι, ή μάλλον στά τελευταία του. Επειδή όμως πολλοί εύχαριστήθησαν πολύ άπό τήν διάδοσι αύτη, εκείνος μέ τους δορυφόρους του ενεφανίσθη έξαφνα ενώπιον  όλων. Καί αμέσους διέταξε νά απαχθούν  προς  άγνωστη  κατεύθυνσι  όλοι  όσοι  είχαν  δείξει   ευχαρίστησιν,  όταν διεδόθη αυτή ή είδηση.
53—   Οταν κάποτε ο Διονύσιος έκυρίευσε μιά πόλι, της οποίας μερικοί πολίτες έφονεύθησαν καί άλλοι έφευγαν, επειδή ή πόλις ήταν μεγαλύτερα καί δεν ήταν δυνατόν νά φυλάσσεται άπό ολίγους, άφήκε μεν ολιγάριθμους φρουρούς, τους δούλους όμως πού έπιασεν αιχμαλώτους, τους «ένύμφευσε» μέ τις θυγατέρες τών κυρίων τους, μέ σκοπό νά γίνουν εχθροί προς τους κυρίους των καί πιστοί φύλακες της πόλεως προς ώφέλειάν του. Κι” έτσι επέτυχε τό σκοπό του.
54—  Ό ΙΙαμμένης έφθασε μαζή μέ τους Θηβαίους κοντά στο λιμάνι της Σικυώνος καί ήθελε νά καταλάβη τήν πόλι. Ετοιμαζόταν λοιπόν νά έπιτεθή άπό τήν ξηρά κατά της πόλεως, καί άφοΰ έγέμισε μέ βαρέως οπλισμένους ένα «στρογγύλον» πλοϊον, τό έστειλε προς αυτό τό λιμάνι. Οί «έπιβάται» τοΰ πλοίο  έρριξαν άγκυρα εμπρός άπό τό λιμάνι. Κατά τό δειλινό, άπεβιβάσθησαν άπό τό πλοίο μερικοί γυμνοί, ως δήθεν έμποροι πού ήθελαν ν” ^(οριχαουν τρόφιμα. Ό ΙΙαμμένης όμως, αφού τό πλοίο  είχε προσορμισθή στο λιμάνι, τό βράδυ επετέθη άπό τήν ξηρά κατά της πόλεως μέ πολύν θόρυβον. Εκείνοι πού ήσαν γύρω άπό τό λιμάνι, ώρμησαν προς τό μέρος πού έγίνετο δ θόρυβος καί προσπαθοΰσαν νά βοηθούν τους αμυνόμενους. Τότε, άφοΰ άπεβιβάσθησαν δσοι εύρίσκοντο στο «στρο-(γύΧον» πΧοϊον, επειδή κανείς δέν τους εμπόδιζε, κατέλαβαν τό λιμάνι.
55—  Ό Τίμαρχος ο Αιτωλός, όταν άπεβιβάσθη σ” ένα πολυάνθρωπο χωριό της Ασίας, κατέκαυσε τά πλοία, γιά νά μή φοβηθούν οί στρατιώτες του άπό τό πλήθος τών έχθρων καί φύγουν. Εκείνοι, επειδή τότε δέν είχαν ελπίδα διαφυγής, αφού αγωνίστηκαν μέ γενναιότητα, ενίκησαν.
56—   Όταν έβλεπεν ό Ευδόκιμος ότι οι στρατιώτες του έστασίαζαν καί ότι καί εναντίον άλλήλων έπετίθεντο, επειδή δέν ημπορούσε νά κατάπαυση τήν έπανάστασι, διέταξε τους «δρομοκήρυκας», (δηλ. τους δοκιμασμένους δρομεϊς αντοχής καί ταχυδρόμους) , νά διακηρύσσουν, ότι είχαν έλθει εχθροί γιά νά διαρπάσουν τό στρατόπεδο. Εκείνοι, επειδή έφοβήθησαν, έπαυσαν τήν στάσιν, ξαναπήραν τις θέσεις τους στό στρατόπεδο, καί εφύλασσαν τό χαράκωμα.
Αναρτήθηκε από

Related posts: