Η ΩΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Επικοινωνία εδώ

Για σχόλια, καταγγελίες και επικοινωνία στο

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΒΟΥΛΗ

ΕΛΛΗΝΕΣ Η ΑΡΧΉ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ!!!

Η Γενετική Ιστορία των Κατοίκων της Ελλάδας: Το DNA των Ελλήνων

ΚΑΙΡΟΣ

O καιρός σήμερα

ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ,ΟΡΘΟΙ,ΑΛΥΓΙΣΤΟΙ!!!!

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η τελευταία διάλεξη του Αριστόβουλου Μάνεση , πριν συλληφθεί το 1968 από το δικτατορικό καθεστώς, η οποία και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του “Συνταγματική Θεωρία και Πράξη” με τίτλο “Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας” δεν γνωρίζουμε την ακριβής ιστορία αυτού του ανθρώπου αλλά το καταπληκτικό κείμενο του, θεωρούμε είναι διαχρονικό και πρέπει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα που θέλει να είναι ελεύθερος. Παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες «εκκαθαρίσεις» στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου – και αυτό δεν το θεωρώ διόλου περίεργο – μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήκον να σας καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο [ … ]
Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές για την ηθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι «χρυσός»· είναι «λίβανος και σμύρνα». Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση: «ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι».
Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να προστατεύσει κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώσει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και έτσι να περιφρουρήσει, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την τιμή να κατέχει, η οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες …
Φαίνεται ότι ήδη έφτασε η ώρα να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν εξαγγελθεί. Σε ό,τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβεί να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας, περιφρουρήστε την άγια υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας, κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο ανάστημά σας. Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πει ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης. Και θυμίστε της ότι ο Περικλής είχε πει στον «Επιτάφιο»: όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι Φιλήσυχος, αλλ’ άχρηστος, «αχρείος» πολίτης. Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή – και θέλω μ’ αυτά να σας αποχαιρετήσω:
«Όσοι το χάλκεον χέρι // βαρύ του φόβου αισθάνονται, // ζυγόν δουλείας ας
έχωσι· // Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία»
Αναρτήθηκε από ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΖΩΝΤΑΣ

http://eleutherazwntas.blogspot.com/

Ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου μιλάει στο «Βήμα» για τα κατάλοιπα του θεσμού και το αντιπροεδρικό σύνδρομο της Μεταπολίτευσης

Αριστόβουλος Μάνεσης

«Η μοναρχία είναι πολιτικά και ψυχολογικά ξεπερασμένη…»

Με τον αντιμοναρχικό αγώνα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο το όνομα του Αριστόβουλου Μάνεση, ενός από τους επιφανέστερους έλληνες συνταγματολόγους. Ο κ. Μάνεσης βρέθηκε πολλές φορές στο προσκήνιο της πολιτικής χάρη στις δημόσιες τοποθετήσεις του κατά της κατάχρησης εξουσίας από τα Ανάκτορα, με κορυφαίο παράδειγμα τα Ιουλιανά του 1965, όταν κατήγγειλε ως αντισυνταγματική την παύση της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου από τον Κωνσταντίνο Γκλύξμπουργκ. Ο κ. Μάνεσης μιλάει στο «Βήμα» για τα ορόσημα στην ιστορία της μοναρχίας, επαινεί τη μεταπολιτευτική στάση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, επισημαίνει ότι το δημοψήφισμα του 1974 ήταν αδιάβλητο και τονίζει ότι «είναι πολιτικά και ψυχολογικά ξεπερασμένος ο θεσμός του ισόβιου και κληρονομικού αρχηγού κράτους» στην Ελλάδα.
­ Πότε σας απασχόλησε για πρώτη φορά ο θεσμός της μοναρχίας;
«Τοποθέτηση κατά του θεσμού της κληρονομητής εξουσίας είχα από τα παιδικά μου χρόνια. Ανεκδοτολογικά θα ήθελα να σας πω ότι όταν πήγαινα στην τέταρτη ή πέμπτη τάξη του Δημοτικού διάβασα σε μια εφημερίδα (από τότε είχα ανησυχίες για τα δημόσια πράγματα!) μια δακρύβρεκτη περιγραφή της αναχώρησης από την Ελλάδα του βασιλιά Κωνσταντίνου, τον οποίο, ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή, η στρατιωτική επανάσταση Πλαστήρα είχε εξαναγκάσει να παραιτηθεί του θρόνου. Τον λυπήθηκα πολύ και είπα στον πατέρα μου ότι, αν ήμουν εγώ βασιλιάς, δεν θα δεχόμουν να υποκύψω, να ταπεινωθώ και να εξευτελισθώ. Ο πατέρας μου με κατατόπισε και μου εξήγησε ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι βασιλιάς, παρά μόνον αν ήμουν γιος βασιλιά, δηλαδή αν ο πατέρας μου ήταν ­ και βεβαίως δεν ήταν ­ βασιλιάς. Και προσέθεσε: «Αυτά συμβαίνουν στα μοναρχικά πολιτεύματα. Αν όμως είχαμε δημοκρατία, θα μπορούσες ίσως να γίνεις πρόεδρος της δημοκρατίας». Από τότε τονώθηκαν τα δημοκρατικά μου φρονήματα!..».
­ Ως έφηβος και αργότερα ως φοιτητής τι αντίληψη είχατε για το ζήτημα;
«Ιδιαίτερα διαμορφωτικές των δημοκρατικών μου πεποιθήσεων ήταν οι εμπειρίες από την πραξικοπηματική εκ μέρους του Κονδύλη κατάλυση της Β” Ελληνικής Δημοκρατίας, τη μοναρχική παλινόρθωση και την επάνοδο του Γεωργίου Β”, ο οποίος ύστερα από λίγους μήνες συνέπραξε με τον Μεταξά στην επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Στη συνέχεια δε, η συγκλονιστική εμπειρία από την εθνική έξαρση του ελληνο-ιταλικού πολέμου με κατάληξη τη γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή της χώρας. Αυτά τα γεγονότα, που τα έζησα από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, μου δημιούργησαν ενστικτώδη απέχθεια απέναντι στον βίαιο και αυθαίρετο τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας. Με τη μελέτη του εξουσιαστικού φαινομένου ασχολείται κατ” εξοχήν η επιστήμη του συνταγματικού δικαίου, η οποία μελετά τους νομικούς κανόνες που ρυθμίζουν τη συγκρότηση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας και θέτουν όρια στη δράση της, προστατευτικά των εξουσιαζομένων. Η επιστημονική ενασχόλησή μου με το συνταγματικό δίκαιο δεν είναι άσχετη με τη βασική αντιεξουσιαστική μου τοποθέτηση, από την οποία πηγάζει και η ειδικότερη αντίθεσή μου προς έναν απηρχαιωμένο θεσμό ο οποίος χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη στο υπέρτατο πολιτειακό αξίωμα, του αρχηγού του κράτους, ενός προσώπου που δεν χρειάζεται να έχει προς τούτο κανένα άλλο προσόν εκτός από το να είναι γιος του μπαμπά του».
­ Οι αντιεξουσιαστικές εμπνεύσεις σας ήταν ακαδημαϊκές ή πολιτικές;
«Ηταν ανάμεικτες. Το συνταγματικό δίκαιο ­ που λεγόταν παλαιότερα στη Γαλλία «droit politique» ­ είναι συνυφασμένο με την πολιτική. Είναι δηλαδή μια επιστημονική και θεωρητική αντιμετώπιση και επεξεργασία των τρόπων άσκησης της κρατικής εξουσίας. Επομένως εξ ορισμού έχει πολιτική διάσταση. Η επιστημονική έρευνα από κριτική οπτική γωνία επέτεινε την αυθόρμητη, ως ελεύθερου πολίτη, αντίθεσή μου προς τον θεσμό και τη λειτουργία του».
­ Υπάρχει κάποιο ορόσημο για την αποκρυστάλλωση της σκέψης σας έναντι του θεσμού της μοναρχίας;
«Η επιστημονική και πολιτική αντίθεσή μου προς τον θεσμό εντάθηκε κατά τα Ιουλιανά του 1965, όταν ο νεαρός βασιλιάς υποχρέωσε σε παραίτηση τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου παρ” ότι διέθετε την πλειοψηφία στη Βουλή, όπως είχε κάνει ο πατέρας του Παύλος, το 1963, με τον Κ. Καραμανλή και ο παππούς του Κωνσταντίνος, το 1915-16, με τον Ελ. Βενιζέλο».
­ Αν κάνατε μια αναδρομική επισκόπηση της πολιτειακής κρίσης του 1965, ποια θα ήταν σήμερα η εκτίμησή σας;
«Εκκρεμούσε ο διορισμός μου ως τακτικού καθηγητή και το σχετικό διάταγμα βρισκόταν προς υπογραφή στα Ανάκτορα, όταν ξέσπασε η κρίση του Ιουλίου του 1965. Μου ζητήθηκε τότε από την εφημερίδα «Το Βήμα» η γνώμη μου. Την διατύπωσα παραπέμποντας στο σύγγραμμά μου «Εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος», που είχε τότε μόλις κυκλοφορήσει. Για την ιστορία αξίζει ίσως να σας πω ότι, μέσω του φίλου Σάκη Πεπονή, είχε ζητήσει τότε να με δει ο Γεώργιος Παπανδρέου, όταν δημοσιεύθηκαν οι απόψεις μου ότι «ο βασιλιάς βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά». Θυμάμαι πολύ καλά ότι μιλώντας μαζί στο Καστρί είχα διατυπώσει σχηματικά την εξής διάκριση των πολιτευμάτων: Στα μοναρχικά πολιτεύματα η εμπιστοσύνη του βασιλέως είναι στοιχείο αναγκαίο και επαρκές για να διορισθεί και να παραμείνει στην εξουσία μια κυβέρνηση. Στη συνταγματική μοναρχία η γνώμη του μονάρχη είναι στοιχείο αναγκαίο όχι όμως και επαρκές, διότι παράλληλα χρειάζεται και η εμπιστοσύνη της Βουλής που είναι στοιχείο αναγκαίο αλλ” όχι επαρκές. Σε μία δε βασιλευόμενη δημοκρατία, όπως λεγόταν τότε το πολίτευμα της χώρας, η εμπιστοσύνη της Βουλής είναι στοιχείο αναγκαίο αλλά και επαρκές και δεν χρειάζεται η εμπιστοσύνη του μονάρχη για να διορισθεί ή παραμείνει στην εξουσία μια κυβέρνηση. Την επομένη ο Γ. Παπανδρέου έκανε δηλώσεις στον Τύπο και επανέλαβε την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία».
­ Τι προσωπικές συνέπειες είχε αυτή η δημόσια τοποθέτησή σας;
«Ημουν «φρέσκος» καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν αντιτάχθηκα στη δημόσια τοποθέτηση του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρ. Σγουρίτσα, ο οποίος χαρακτήρισε ως συνταγματικώς άψογη την ενέργεια του Κωνσταντίνου. Οι συνέπειες; Οταν μετά από δύο χρόνια ήρθε η απριλιανή δικτατορία ήταν φυσικό να στραφεί εναντίον μου λόγω των δημοκρατικών μου φρονημάτων, να με απολύσει από το Πανεπιστήμιο και να με στείλει εξορία».
­ Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα κρίσιμα γεγονότα στη μεταπολεμική ιστορία της μοναρχίας εν Ελλάδι;
«Είναι ασφαλώς η κρίση του 1965, αλλά και το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος, ενώ προετοίμαζε ο ίδιος δικτατορία με τους στρατηγούς, ανέχθηκε παθητικά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Τελικά το αποτυχημένο αντι-πραξικόπημα του 1968 είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή του από την Ελλάδα».
­ Δηλαδή το 1965 αρχίζει ένα είδος αντίστροφης μέτρησης για τη μοναρχία στην Ελλάδα;
«Ως το 1965 ήταν μόνιμη η επέμβαση των Ανακτόρων στον πολιτικό βίο της χώρας. Στύλοι του πολιτεύματος ήταν κατ” ουσίαν η Μοναρχία και ο Στρατός. Αλλά η επιστήμη του συνταγματικού δικαίου κατέστησε σαφές, τουλάχιστον εκ μέρους μου, πώς ακριβώς λειτουργεί το πολίτευμα με ισόβιο και κληρονομικό αρχηγό κράτους».
­ Θα είχε καταργηθεί η μοναρχία, αν δεν είχε μεσολαβήσει η δικτατορία;
«Δεν αποκλείεται να είχε παραμείνει, εάν μπορούσε να εκσυγχρονισθεί κατά το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Εδώ έγκειται αυτό που θα αποκαλούσε ο Χέγκελ «πανουργία της Ιστορίας». Η χούντα, με την όλη της πολιτική, οδήγησε σε μια εξ αντικειμένου προοδευτική λύση του πολιτειακού ζητήματος».
­ Ποιος ήταν ο ρόλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή;
«Η συμβολή του Καραμανλή υπήρξε αποφασιστική. Αφενός διότι, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1974, αρνήθηκε να έρθει μαζί με τον Κωνσταντίνο, αφετέρου διότι ως πρωθυπουργός της κυβέρνησης εθνικής ενότητας ετήρησε αμερόληπτη αντικειμενική στάση εν όψει του δημοψηφίσματος και επέτυχε να διασφαλίσει την άψογη διεξαγωγή του, ώστε το αποτέλεσμα που απέβη υπέρ της δημοκρατίας να είναι αδιάβλητο. Συναφώς θα πρέπει να προσθέσω ότι, όταν, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας πλέον, ο Καραμανλής με κάλεσε για να ζητήσει τη γνώμη μου για τη σημασία ορισμένων άρθρων του συντάγματος του κράτους των Σκοπίων, μου είπε μεταξύ άλλων: «Εγώ, παρ” όλον ότι προερχόμουν από φιλοβασιλική παράταξη, έλυσα το πολιτειακό ζήτημα και απήλλαξα τη χώρα από τη μοναρχία, ενώ ο Βενιζέλος, ο οποίος είχε δημοκρατική παράδοση και δράση, λίγες ημέρες πριν πεθάνει, σε επιστολή του προς κομματικό φίλο του, εν όψει της τότε πολιτικής συγκυρίας, τελείωνε με τη φράση «ζήτω ο βασιλεύς», νομιμοποιώντας έτσι την επάνοδο του Γεωργίου Β” στον θρόνο«».
­ Είναι λοιπόν θεσμικά αδιάβλητο το δημοψήφισμα του 1974;
«Αυτό είναι πασίδηλο γεγονός, που κανείς δεν το αμφισβητεί».
­ Πώς επηρεάζεται το θέμα αυτό από τη συνεχιζόμενη αντιδικία του Κωνσταντίνου με το ελληνικό Δημόσιο για το θέμα της βασιλικής περιουσίας;
«Η γνώμη μου, που την έχω διατυπώσει και σε έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής, είναι ότι το ζήτημα της λεγομένης βασιλικής περιουσίας, αντί να παραμένει επί χρόνια εκκρεμές και υπό διαπραγμάτευση, έπρεπε να είχε λυθεί από την αναθεωρητική Βουλή του 1974-75, η οποία ασκούσε κατ” ουσίαν συντακτική εξουσία. Αυτό είχε πράξει η Συντακτική Συνέλευση του 1924, η οποία με ψήφισμά της κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία των Γλυξβούργων, απαγόρευσε τη διαμονή των μελών της στη χώρα και κατέσχε χωρίς καμία αποζημίωση την περιουσία τους που προερχόταν από δωρεές του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ενώ για την υπόλοιπη προέβλεψε την αναγκαστική απαλλοτρίωσή της».
­ Τι κατάλοιπα άφησε ο θεσμός της μοναρχίας στο πολίτευμά μας και σε ποιον βαθμό επηρέασε την κριτική που ασκήθηκε στις λεγόμενες υπερεξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας που προέβλεπε το Σύνταγμα του 1975;
«Υπήρξε ένα αντι-προεδρικό σύνδρομο, μια δυσπιστία προς τον αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, μολονότι δεν ήταν πλέον κληρονομικός, αλλά αιρετός, η οποία εκδηλώθηκε κατά την αναθεώρηση του 1986. Μία ήταν η κατά κυριολεξία υπερεξουσία που υπήρχε στο Σύνταγμα του 1975 και έπρεπε να καταργηθεί: η δυνατότητα που είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παύει κυβέρνηση μολονότι αυτή απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να αποστερηθεί όλων των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας η απόσταση είναι μεγάλη, αφού ο θεσμός της Προεδρίας της Δημοκρατίας δεν είναι μια «αδειανή πολυθρόνα». Πάντως, με ρητή διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραμένει «ρυθμιστής του πολιτεύματος», υπό την έννοια ότι έχει μια γενική αρμοδιότητα να διαμεσολαβεί στις σχέσεις μεταξύ Κυβέρνησης, Βουλής και Λαού (ως εκλογικού σώματος), ιδίως όταν αυτές διαταράσσονται».
­ Θα μπορούσε να υπάρξει θεσμικά και πολιτικά παλινόρθωση της μοναρχίας;
«Είναι ένας θεσμός ιστορικά παρωχημένος. Στην Ελλάδα είναι η πρώτη φορά που πέρασαν 25 ολόκληρα χρόνια από τότε που καταλύθηκε, ενώ την προηγούμενη το χρονικό διάστημα της απουσίας του ήταν μόλις 11 χρόνια, από το 1924 ως το 1935. Μέσα σ” αυτή την 25ετία ήρθαν άλλες γενιές που δεν έχουν ζήσει τον θεσμό, με τους μεγαλειότατους βασιλιάδες και τους υψηλότατους πρίγκιπες, με τα βασιλόπουλα και τις πριγκιποπούλες, που τα έχουν ακούσει στα παραμύθια της γιαγιάς ­ ή της τηλεόρασης… Νομίζω ότι σήμερα στην κοινή γνώμη είναι πλέον και πολιτικά και ψυχολογικά ξεπερασμένος οριστικά ο θεσμός του ισόβιου και κληρονομικού αρχηγού κράτους».

ΑΡΧΑΙΑ ΙΘΩΜΗ

Related posts: